ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

“Ιστορία”σε χρόνο ενεστώτα... !

Η ψηφιακή εποχή από πρόκληση που ήταν, άρχισε να αποτελεί μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα της οποίας οι συνεχείς μεταβολές καθορίζουν κάθε φορά με ασταθή και ασαφή οργανωτικό τρόπο τη στιγμή, το παρόν, το τώρα .  Η δημόσια πτυχή της ιστορικής επιστήμης έρχεται να αναδείξει τους τρόπους και τις οπτικές με τις οποίες θα είναι όχι μόνο διαχειρίσιμη η παροντική στιγμή, αλλά και νοηματοδοτημένη από  μορφές μνήμης και ίχνη του παρελθόντος που ενεργοποιούνται από το κοινό στο οποίο απευθύνεται. 

Αρχικά, γιατί το κοινό στο διαδίκτυο δείχνει να προσπαθεί να διαμορφώσει την ταυτότητα του και να ξανασυστηθεί παραπέμποντας στο παρελθόν του , το οποίο το εξετάζει πλέον από μακρινή απόσταση, αλλά το καταθέτει από παροντική οπτική και στη συνέχεια γιατί η καταγραφή των βιωμένων εμπειριών ενέχει αυτό που αποκαλείται συναισθηματική εμπλοκή και λειτουργεί ελκτικά προς  στο σύνολο των αναγνωστών του. Πέρα από αυτό, η ιδέα του συνανήκειν σε ένα σύνολο το ενθαρρύνει να συμμετέχει και να επενεργεί  συνεισφέροντας κάθε είδος πρωτογενούς ή μη υλικού που θα δομήσει την ταυτότητα της καταβολής του. Αυτό αποτελεί και την πρόκληση για τον ιστορικό της Δημόσιας Ιστορίας.

Ο τελευταίος κατακτά σταδιακά το χώρο του στη δημόσια σφαίρα παρατηρώντας το νέο χώρο εκφοράς δημόσιου λόγου και συγκρότησης νέων ταυτοτήτων . Η συναίρεση στοιχείων του παρελθόντος και η συστολή του χρόνου με την οποία αυτά παρουσιάζονται, αποτελεί αντικείμενο μελέτης του και αξιοποίησής του για τον τρόπο με τον οποίο τείνει να διαμορφώνεται η νέα πραγματικότητα. Η διαλεκτική σχέση του με ανθρώπους που φέρουν ενεστωτοποιημένες, παραστασιοποιημένες ή παιγνιδοποιημένες  αντιλήψεις θα πρέπει να γίνει το εργαλείο του στην προσπάθεια παραγωγής  ιστορικού λόγου .

Η κατανόηση αυτής της μορφής λόγου θα δώσει στον ιστορικό της Δημόσιας Ιστορίας την ευκαιρία να διακρίνει τα κίνητρα των ανθρώπων αυτών, τις επιδιώξεις τους, τι κρύβεται πίσω από την προβολή των επιλεγμένων αναφορών τους στο παρελθόν, σε τι τους εξυπηρετεί και οπωσδήποτε την ταυτότητα του χρήστη που θέλουν να δομήσουν. Σε κάθε περίπτωση η χρήση του παρελθοντικού ίχνους στο τώρα, μπορεί απλά να υποδηλώνει στοιχεία της προσωπικότητας που θέλουν να υποτιμηθούν κι άρα να μην προβληθούν, στοιχεία που αναδεικνύονται για τον  ακριβώς αντίθετο από αυτό λόγο, για την ενίσχυση ενός επιτηδευμένα κατασκευασμένου  προφίλ χρήστη, αλλά και για την τυχαία ίσως κάποιες φορές και αποσπασματική χρήση του παρελθόντος . 

Μια τελευταία προσθήκη στο σημείο αυτό αφορά κυρίως την αντίληψη που έχουν άτομα και  συλλογικά υποκείμενα ότι τα ίχνη του παρελθόντος που έχουν κριθεί ήδη ως σπουδαία και μεγάλα, προσδίδουν στις νέες ψηφιακές αφηγήσεις ή τροπικότητες κειμένων το κύρος που αναζητούν για την επιβίωσή τους . Με λίγα λόγια αυτή η άστατη χωροχρονική διάταξη που υιοθετούν από θραύσματα του παρελθόντος αποτελεί την διαδικασία παραγωγής αξίας τους στο παρόν.

Ο δημόσιος ιστορικός καλείται να ισορροπήσει το ψηφιακό παρόν μέσα από την επιτάκτικότητα της στιγμής δημιουργώντας έναν χωροχρόνο που θα εμπεριέχει όλα τα χαρακτηριστικά της νέας ψηφιακής γραφής. Για αυτό απαιτείται από μέρους του η ανάπτυξη ενός κριτικού λόγου που θα ερμηνεύει όχι μόνο το παρελθόν αλλά και το παρόν. Η τήρηση αποστάσεων κι από τις δύο χρονικές βαθμίδες, αλλά και από τον εαυτό του, ως καθεαυτό ιστορικό υποκείμενο, και από το κάθε υποκείμενο που οικειοποιείται το παρελθόν για να δημιουργήσει το δικό του παρόν, τον αναδεικνύει ως τον πλέον κατάλληλο διαχειριστή του παρελθόντος, καθώς μπορεί με σαφή διάκριση να διαχωρίζει τη μνήμη,τη βιωμένη εμπειρία και την ιστορική αφήγηση . Έτσι μπορεί να συγκροτήσει τη νέα ιστορική κουλτούρα. 

 Η σαφής οριοθέτηση της περιοχής της δημόσιας σφαίρας θα φέρει σε ισορροπία το άστατο και ρευστό πλαίσιο κάθε υποκειμένου που οικοδομεί στην ιστορία του τη δική του μνήμη, στην πολύπλοκη δομή των νέων περιβαλλόντων αφήγησης. Η επικαιροποίηση του παρελθοντικού ίχνους και ο τρόπος με τον οποίο θα προτιμηθεί αυτό να εκφραστεί, μπορεί να αποτελέσει σημείο παραγωγικού διαλόγου για το παρελθόν σε χρόνο ενεστώτα. Η παράθεση στοιχείων που αφορούν τη μνήμη-πιστοποιημένα από την ιστορική τους προσέγγιση- θα μπορούσαν να αναδείξουν δίαυλους επικοινωνίας με την αυθαίρετη χρήση της ενεστωτοποίησή τους, μέσα από γόνιμα τεκμηριωμένες απόψεις. Ο αντίλογος σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει την τήρηση της netiqutte  στους ψηφιακούς χώρους και πλατφόρμες. 

Η αξιοποίηση διαφόρων ειδών ψηφιακής πλατφόρμας από τους δημόσιους ιστορικούς και η πρόκληση συμμετοχής σε αυτές για ένα κοινό που ήδη εμπλέκεται στην παραγωγή μνήμης, θα μπορούσε να προσδώσει ένα πιο ασφαλές περιβάλλον πρόσβασης σε υλικότητες και μαρτυρίες  που να δίνουν την έμπνευση άντλησης  ιδεών και απόψεων για τα επιχειρήματά τους. Σε κάθε περίπτωση η δημιουργική κριτική αντιμετώπιση των ζητημάτων του παρελθόντος και η σχέση τους με τη σημερινή εποχή, στη δυναμική που αυτά, έστω κι αρκετά διαφοροποιημένα, μπορούν να αναπτύξουν στο παρόν, είναι ίσως η πανάκεια για κάθε εποικοδομητική συζήτηση από νέους παραγωγούς και καταναλωτές της ιστορικής κουλτούρας “του τώρα”. Η επιστήμης της Ιστορίας στις υπηρεσίες του τώρα,  η Ιστορία σε χρόνο Ενεστώτα!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Λιάκος, Αντώνης. Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία; Αθήνα: Πόλις, 2007 στο https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/PSPA228/The%20Politics%20of%20Culture/Liakos_Pws_to_parelthon_ginetai_istoria.pdf (τελευταία πρόσβαση 9/4/2021)

Μπίλαλης, Μήτσος. Το παρελθόν στο Δίκτυο: Εικόνες,τεχνολογία και ιστορική κουλτούρα στην Ελλάδα (1994-2005). Αθήνα: Historein, 2015 στο https://ebooks.epublishing.ekt.gr/index.php/historein/catalog/book/5   (τελευταία πρόσβαση 9/4/2021).


Η σχέση της Δημόσιας με την Ψηφιακή Ιστορία

  Με την παρούσα μελέτη επιδιώκεται να προσδιοριστεί η σχέση της Δημόσιας με την Ψηφιακή Ιστορία και να αναζητηθούν νέες  έννοιες και πρακτικές που η ψηφιακή εποχή αναδεικνύει στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η παραγωγή λόγου για το παρελθόν και η κοινοποίησή του στη δημόσια ψηφιακή σφαίρα από ειδικούς και μη[1], διευρύνει το πεδίο ερευνών των δημόσιων ιστορικών και αναδεικνύει την χρήση των ψηφιακών μέσων σε εξαιρετικό εργαλείο όχι μόνο συλλογής και ψηφιοποίησης ιστορικού υλικού, αλλά και πεδίο διαδραστικής επικοινωνίας[2],συμπαραγωγής και διαμοιρασμού  του ιστορικού παρελθόντος[3].

 Οι ιστορικοί χτίζουν αφήγηση και ερμηνεία, αλλά οι κοινότητες μνήμης και άλλοι πολίτες φέρνουν επίσης τη δική τους γνώση του παρελθόντος στις αλληλεπιδράσεις τους με τα ερμηνευτικά έργα. Άλλωστε ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε εκδηλωθεί τόσο έντονο το ενδιαφέρον για την ανάγκη διατήρησης της μνήμης μιας κοινότητας. Η ιστορία “από κάτω” [4]εκπροσωπείται από μεγάλα πληθυσμιακά σύνολα. Αυτή η επιθυμία για κοινή δράση και συνεισφορά στην κοινότητα μνήμης[5] βρίσκει εύφορο έδαφος στο χώρο του διαδικτύου. Έτσι η Δημόσια Ιστορία αποκτά ολοένα και περισσότερη δημοφιλία, αφού η ψηφιακή εκδοχή της υπηρετείται πολύ πιο εύστοχα και λειτουργικά στο διαδίκτυο[6]. 

Κι ενώ η Δημόσια Ιστορία αποκλείει εξ ορισμού της ένα μεγάλο ακαδημαϊκό κομμάτι της ιστορικής κουλτούρας, θα ήταν δόκιμο να  μην θεωρηθεί ότι υπονομεύει την επαγγελματική ιστορία[7]. Αντίθετα τη συμπληρώνει δημιουργικά διατηρώντας σε εφαρμογή την έννοια της κριτικής αντιμετώπισης των γεγονότων και της μεθοδολογικής της ακρίβειας[8]. Αρωγός της στη διαδικασία αυτή είναι η Ψηφιακή Ιστορία με τη δημιουργία ψηφιακών περιβαλλόντων και εργαλείων διερεύνησης  και παραγωγής ιστορικού λόγου[9]. Από αυτή την άποψη των πεδίο των ψηφιακών ανθρωπιστικών επιστήμων συγκροτεί πρότυπα πεδία έρευνας για την αναδυόμενη διαδικτυακή δημόσια σφαίρα[10].

Πρακτικά, ίσως το καλύτερο παράδειγμα Δημόσιας Ιστορίας στον ψηφιακό χώρο αποτελεί η κατάθεση κάθε είδους προσωπικής μαρτυρίας σε ψηφιακό περιβάλλον[11]. Η ευκολία με την οποία μπορεί κανείς να καταστήσει  δημόσια τη δική του μνήμη και μαρτυρία χρησιμοποιώντας την ψηφιακή τεχνολογία εμπεριέχει συναισθηματική εμπλοκή[12] και για αυτό αποκτά μεγάλη σημασία. Η έννοια του πληθοπορισμού[13] έρχεται να αναδείξει τη συμμετοχή στην παραγωγή ιστορικού υλικού με την έννοια της εθελοντικής προσφοράς[14]. Μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας γεννιέται η τάση της “δευτερογενούς προφορικότητας” που αποδίδει στον ψηφιακό λόγο προφορική επιτέλεση, με μορφές αυθόρμητου προφορικού λόγου. Παράλληλα, η έννοια της διεπαφής[15] και της τακτοποίησης του ψηφιακού κειμένου σε σχέση με εικόνες, βίντεο και ήχους αλλάζουν ριζικά τα χαρακτηριστικά της ψηφιακής ανάγνωσης και την καθιστούν “διεγερτική” καθώς διατρέχει στον ίδιο χρόνο τη ροή πληροφοριών σε διαφορετικές πλατφόρμες με πολλά δεδομένα[16]. 

Βασικό εργαλείο που προσφέρει με τη διεπαφή[17] μια ολοκληρωμένη άποψη των χρηστών για τη μελέτη συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και τη διαμόρφωση άποψης του ιστορικού πλαισίου που αυτά εμπίπτουν, αποτελεί η χρήση της χρονογραμμής(timeline) , αλλά και του digital  mapping[18] που συνεισφέρει στον χρήστη που μελετά τα ιστορικά γεγονότα, τον ακριβή προσδιορισμό ιστορικών συμβάντων, στο χώρο αυτή τη φορά, δημιουργώντας τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάσυρση κι άλλων πληροφοριών που μεθοδικά έχουν οργανωθεί σε εφαρμογές ή πλατφόρμες για να προσφέρουν την ιστορική εμπειρία μέσα από βάσεις δεδομένων με υπομνηματισμούς που εξυπηρετούνται από αναδυόμενα πλαίσια διεπαφής (pop ups). Η δόμηση των δεδομένων επιτρέπει την αυτοματοποίηση της επεξεργασίας και  της ανάσυρσης, ενώ παράλληλα διευρύνει την πρόσβαση στην πληροφορία της γνώσης με τις ιστοσελίδες και τους υπερσυνδέσμους[19].

Έτσι προγραμματιστές δημιουργούν εφαρμογές και πλατφόρμες με υπολογιστικά προγράμματα[20] που συγκροτούν τη σύγχρονη κουλτούρα μνήμης και ιστορίας στο διαδίκτυο. Αυτή η κουλτούρα συμμετοχής στον κοινό πολιτισμό με την εμπλοκή στην παραγωγή του κοινού οδήγησε στην αξιοποίηση των εργαλείων Web 2.0.[21] Η αποκαλούμενη ως δεύτερη γενιά στον παγκόσμιο ιστό ,Web 2.0, αφορά την λεγόμενη τεχνολογία νέφους ή αλλιώς cloud[22] που αποτελεί μία άυλη μορφή[23] αποθήκευσης, οργάνωσης και διαχείρισης πληροφοριών, παρέχει διαδραστικότητα και  περιβάλλοντα συνεργασίας και συμπαραγωγής, όπως τα wikis,  τα  blogs, τα χαρακτηριστικά online έγγραφα που επιτρέπουν τη συνεργασία[24], τα οποία προσφέρουν στους χρήστες τους τη δυνατότητα  της σύγχρονης και ασύγχρονης  εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, που σταδιακά αλλά όχι σε απόλυτο ακόμα βαθμό έχει αντικαταστήσει τις βιντεοδιαλέξεις και τα βιντεομαθήματα[25] που αποτελούν και αυτά εργαλεία ψηφιακής επιτέλεσης στη διδασκαλία.

 Καταλήγοντας, η εξοικείωση των χρηστών με την άυλη ψηφιακότητα και οι δεξιότητες που αυτοί οφείλουν να αναπτύξουν για την αντιμετώπιση και την εξοικείωση με την ψηφιακή πραγματικότητα αποτελεί σίγουρα μία πρόκληση για τη Δημόσια Ιστορία, αφού ο εκδημοκρατισμός του διαδικτύου έχει διευρύνει το πεδίο της συμμετοχικότητας και την εκφοράς δημόσιου λόγου.



[1]Δέσποινα Βαλατσού,“Ανάδυση των νέων μνημονικών τόπων στο διαδίκτυο” (Διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ,2014),σ.52,στο https://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/34941,τελευταία ανάκτηση 3/4/2021
[2] Στο ίδιο,53
[3] Γιώργος Τζεδόπουλος, “Δημόσια Ιστορία και ανθρωπιστικές επιστήμες:Όψεις της Ιστοριογραφικής έρευνας, σ.51 , στο http://www.dyas-net.gr/?p=2781 ,τελευταία ανάκτηση 3/4/2021.
[4] Χαρίλαος Εξερτζόγλου, “Η Δημόσια Ιστορία”:Εισαγωγή, στο https://eclass.aegean.gr/modules/units/?course=SA202&id=2278 , τελευταία πρόσβαση 3/4/2021
[5] Βαλατσού, “Ανάδυση των νέων μνημονικών τόπων στο διαδίκτυο”,σ.77
[6] Στο ίδιο,σ.64
[7]Ανδρέας Ανδρέου, Σπύρος Κακουριώτης, Γιώργος Κόκκινος, Έλλη Λεμονίδου, Ζέτα Παπανδρέου, Ελένη Πασχαλούδη, “Εισαγωγή”στο Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα,Χρήσεις και καταχρήσεις της Ιστορίας, Αθήνα : Επίκεντρο , σ. 11 στο http://www.epikentro.gr/PDF/9789604585311-E02.pdf, τελευταία ανάκτηση 3/4/2021
[8] Τζεδόπουλος, “Δημόσια Ιστορία και ανθρωπιστικές επιστήμες”,σ.48
[9] Μαρία Παπαδοπούλου,Ζαχαρούλα Σμυρναίου, “Η Ιστορία στην Ψηφιακή εποχή” στο Παιδαγωγική και διδακτική της Ιστορίας: Θεωρία και πράξη,σ.3-4 στο https://arxiv.org/ftp/arxiv/papers/2103/2103.00473.pdf, τελευταία ανάκτηση 3/4/2021
[10] Εξερτζόγλου, “Δημόσια Ιστορία και ανθρωπιστικές επιστήμες”,σ.8
[11] Τζεδόπουλος, “Δημόσια Ιστορία και ανθρωπιστικές επιστήμες”,σ.50
[12] Στο ίδιο,σ.50
[13] Πηνελόπη Παπαηλία,Πέτρος Πετρίδης, “Ψηφιακή Εθνογραφία”,Αθήνα,2015,Κάλλιπος, σ.29 στο https://repository.kallipos.gr/handle/11419/6117, τελευταια ανάκτηση 3/4/2021
[14] Τζεδόπουλος, “Δημόσια Ιστορία και ανθρωπιστικές επιστήμες”,σ.53
[15] Παπαηλία,Πετρίδης, “Ψηφιακή Εθνογραφία”,σ.26
[16] Στο ίδιο, σ.25
[17] Στο ίδιο, σ.25
[18] Johanna Drucker,David Kim,ImanSalehian,Antony Bushone, “INDRODUCTION TO DIGITAL HUMANTIES : concepts,Methods,and Tutorials for students and instractors,pdf σ.61 και 65.
[19] Τερέζα Γιακουμάτου, “Διδάσκοντας Ιστορία στην εποχή του διαδικτύου”,Φιλολογικά, τεύχος 97(2006): σ.7, στο http://www.netschoolbook.gr/epimorfosi/conferences/p9_dec2006_dig_history.pdf , τελευταία ανάκτηση 3/4/2021 & Drucker, “INDRODUCTION TO DIGITAL HUMANITIES,σ.108-110.
[20] Παπαηλία,Πετρίδης, “Ψηφιακή Εθνογραφία”,σ.25
[21] Βαλατσού, “Ανάδυση των νέων μνημονικών τόπων στο διαδίκτυο”,σ.69
[22] Παπαηλία,Πετρίδης, “Ψηφιακή Εθνογραφία”,σ.11 & Παπαδοπούλου, Σμυρναίου, “Η Ιστορία στην Ψηφιακή εποχή”,σ.9
[23] Παπαηλία,Πετρίδης, “Ψηφιακή Εθνογραφία”,σ.34
[24] Στο ίδιο, σ.28
[25] Στο ίδιο, σ.28
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
 Ανδρέου Ανδρέας ,Κακουριώτης Σπύρος, Κόκκινος Γιώργος,  Λεμονίδου Έλλη, Παπανδρέου Ζέτα ,Πασχαλούδη, Ελένη “Εισαγωγή”στο Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα,Χρήσεις και καταχρήσεις της Ιστορίας, Αθήνα : Επίκεντρο  στο http://www.epikentro.gr/PDF/9789604585311-E02.pdfτελευταία ανάκτηση 3/4/2021.
Βαλατσού Δέσποινα, “Ανάδυση των νέων μνημονικών τόπων στο διαδίκτυο”(Διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ,2014) στο https://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/34941τελευταία ανάκτηση 3/4/2021.
Γιακουμάτου Τερέζα , “Διδάσκοντας Ιστορία στην εποχή του διαδικτύου”,Φιλολογικά, τεύχος 97(2006) στο http://www.netschoolbook.gr/epimorfosi/conferences/p9_dec2006_dig_history.pdf , τελευταία ανάκτηση 3/4/2021.
Drucker Johanna,Kim David ,Salehian Iman, Bushone Antony, “INDRODUCTION TO DIGITAL HUMANTIES : concepts,Methods,and Tutorials for students and instractors,pdf .
Εξερτζόγλου Χαρίλαος , “Η Δημόσια Ιστορία”: Εισαγωγή, στο https://eclass.aegean.gr/modules/units/?course=SA202&id=2278 , τελευταία πρόσβαση 3/4/2021.
 Παπαδοπούλου Μαρία,Σμυρναίου Ζαχαρούλα, “Η Ιστορία στην Ψηφιακή εποχή” στο Παιδαγωγική και διδακτική της Ιστορίας: Θεωρία και πράξη, στο https://arxiv.org/ftp/arxiv/papers/2103/2103.00473.pdfτελευταία ανάκτηση 3/4/2021.
Παπαηλία Πηνελόπη  ,Πετρίδης Πέτρος , “Ψηφιακή Εθνογραφία”,Αθήνα,2015,Κάλλιπος, στο https://repository.kallipos.gr/handle/11419/6117τελευταία ανάκτηση 3/4/2021.
Τζεδόπουλος  Γιώργος ,“Δημόσια Ιστορία και ανθρωπιστικές επιστήμες:Όψεις της Ιστοριογραφικής έρευνας, στο http://www.dyas-net.gr/?p=2781 ,τελευταία ανάκτηση 3/4/2021.
 


Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

ΜΙΑ ΟΠΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ Στ΄ ΤΑΞΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ


Στα πλαίσια της διαμάχης που ξέσπασε για το βιβλίο της Στ΄ Δημοτικού (2006-2007) υπήρξαν πολλές αντιμαχόμενες απόψεις για επίμαχα σημεία του βιβλίου που ταξινομήθηκαν ως επί το πλείστον με βάση τις ιδεολογικές και πολιτικές συντεταγμένες της καθεμιάς είτε υποστηρικτικά είτε επικριτικά. Ενδεικτικά θα παρουσιαστούν ακολούθως  σχετικά δημοσιεύματα.

Την  συγγραφέα και  γενικά την ομάδα συγγραφής του βιβλίου υποστήριξε σε άρθρο του στην εφημερίδα Αυγή , ο συντάκτης Στρ. Μπουρνάζος (2007) ,προβάλλοντας ως αναγκαία την υποστήριξη του βιβλίου και θεωρώντας δεδομένη και την όμοια στάση των αναγνωστών της εφημερίδας. Με αρκετά ήπιο, αλλά επιδοκιμαστικό τόνο επιβραβεύει την ευρύτητα των θεμάτων του, την  πλούσια εικονογράφησή του, την ανάδειξη όψεων της ιστορίας που τα προηγούμενα εγχειρίδια δεν διέθεταν. Η σκέψη του, ωστόσο, αποκτά μεγαλύτερη δυναμική σε θέματα που αποσιωπώνται ηθελημένα και επιδιώκουν να προωθήσουν μια φιλειρηνική εκπαιδευτική εξοικειώνοντας το μαθητή με την ιδέα της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών. Η συμπύκνωση σε λίγες γραμμές των θριάμβων των ηρώων του ’21 και η ανάδειξη και των γυναικείων μορφών που συνεισέφεραν σε αυτόν ,κατά τον συντάκτη, κινείται σε αυτά τα πλαίσια (Μπουρνάζος, 2007).

Στον ίδιο ρυθμό υπεράσπισης του βιβλίου κινείται αλλά με μεγαλύτερο επιστημονισμό σε δημοσίευματά του  ο Β. Κρεμμυδάς στην εφημερίδα τα ΝΕΑ (2006 & 2007). Εστιάζοντας στην στάση της Εκκλησίας κατά την επανάσταση (που ιστορικά αρνείται κάθε μορφή αντίδρασης ή εξέγερσης θεωρώντας ότι υποκινείται από το ρεύμα του Διαφωτισμού που πλέει στην Ευρώπη την ίδια περίοδο ) εκφράζει τον προβληματισμό του για την αρνητική στάση που αυτή κρατά απέναντι στο συγκεκριμένο εγχειρίδιο ,δηλαδή για την περιορισμένη αναφορά σ΄αυτό της συμβολή της στον αγώνα του ΄21 που μέχρι προ τινος συντηρούνταν από μύθους που την αναδείκνυαν, όπως αυτόν του κρυφού σχολειού και στην ύψωση του λαβάρου στην Αγία Λαύρα (Αθανασιάδης 2015,73). Έτσι, στο άρθρο του υποστηρίζει το συγκεκριμένο βιβλίο και χαρακτηρίζει την «εκκλησιαστική δεξιά» ως «εξωπραγματική και αντιεπιστημονική». Παράλληλα , επικρίνει και την τήρηση σιγής μιας μερίδας διανοητών χαρακτη-ρίζοντάς την «εκκωφαντική», ενώ τοποθετείται υπέρ ενός διαλόγου για την ιστορία στο σχολείο προκειμένου να αναδειχθούν ο κοινωνικός ρόλος της ιστορίας και οι προϋποθέσεις επανένταξης τάσεων της ιστοριογραφίας σε αυτή (2007).

Στον αντίποδα των δύο προηγούμενων αναφορών βρίσκονται το δημοσίευμα του πρώην πολιτευτή με το ΛΑΟΣ Άδωνη Γεωργιάδη (2007) ο οποίος επικρίνει το συγκεκριμένο βιβλίο υπερτονίζοντας τη θεωρία αναγκαιότητας της άμβλυνσης των σχέσεων Ελλάδας Τουρκίας ως απόρροια της γεωστρατηγικής πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή, που τη δεδομένη χρονική στιγμή την εξυπηρετεί η ειρηνική συνύπαρξη των  δυο λαών (Αθανασιάδης 2015,91-92). Θεωρεί στο ίδιο άρθρο, λοιπόν, πως η αφαίρεση από την ιστορία γεγονότων και καταστάσεων που ενισχύουν το εθνικό φρόνημα έχει στόχο της την οικειοποίηση της νομιμότητας της Οθωμανοκρατίας  και της απεμπόλησης των ωμοτήτων των Τούρκων στη συνείδηση των μαθητών(2007). Φτάνει μάλιστα στο σημείο να μιλά για συμφωνία με τους Τούρκους Ιστορικούς. Η υιοθέτηση αυτής της θέσης βρήκε το κόμμα του ΛΑΟΣ στη βουλή και θεωρήθηκε ότι η τέτοιου είδους εθνολαϊκες εξάρσεις συνέβαλαν στην αύξηση της δημοτικότητάς του (Αθανασιάδης 2015,91).

Την ίδια άποψη , αλλά από άλλο μετερίζι , υιοθετεί και το ΚΚΕ που βρίσκει ως κύριο εκφραστή του τον ιστορικό Μαργαρίτη (Αθανασιάδης 2015,94-95) . Ο τελευταίος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Αυγή (2007) υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο βιβλίο δεν αναπτύσσει την κριτική σκέψη των μαθητών και τείνει να επιβάλει στην κοινωνία τους νόμους της αγοράς. Κάνει λόγο για υπονόμευση του νεωτερικού έθνους και εξυπηρέτηση των συμφερόντων του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Το κενό που θα δημιουργηθεί από αυτή την  αντιεθνική πολιτική που προάγει το βιβλίο μπορεί να το οικειοποι-ηθεί η Αριστερά και να προσεγγίσει πιο πολύ το λαό και το έθνος. Η αύξηση της εκλογικής επιρροής του κόμματος του αποδόθηκε από τους αναλυτές σ΄αυτήν την  εθνολαϊκή του πολιτική (Αθανασιάδης 2015,95-96).

Συμπερασματικά, η διαμάχη γύρω από το σχολικό βιβλίο ανέδειξε πολλά ζητήματα που έχουν βαθύτερες κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου ρίζες και καταδυναστεύουν κάθε εκπαιδευτική πρακτική ή μεταρρύθμιση. Η Ιστορία στο σχολείο συμβάλλει καθοριστικά στην διαμόρφωση του τύπου πολίτη που επιθυμεί η εκάστοτε πολιτική ηγεσία που καταγίνεται μαζί της. Η επιστημονική πλευρά της ιστορίας ,όμως, πρέπει να υφίσταται σε κάθε περίπτωση. Το ίδιο και  η ανανέωσή της σύμφωνα με τις νέες συνθήκες της εποχής .Εξίσου ,λοιπόν, συνιστάται η προσπάθεια εναρμόνισής της σύμφωνα με τις νέες τάσεις της ιστοριογραφίας , αλλά και η χρήση σε αυτήν νέων μεθόδων και εργαλείων διδακτικής για την προσέλκυση του ενδιαφέροντος των μαθητών και την προσαρμοστικότητά τους στα νέα διεθνοποιημένα περιβάλλοντα. Η καθολική απόρριψη του συγκεκριμένου εγχειρίδιου δεν συνάδει με αυτό το σκεπτικό και ο προβληματισμός πια έγκειται στην απουσία αναβάθμισης του μαθήματος στο σύγχρονο σχολείο και στις επιπτώσεις αυτής.

ΠΡΟΦΟΡΙΚΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΩΣ ΠΗΓΕΣ

Έργο των ιστορικών είναι να θέτουν ερωτήματα στις πηγές τους και με την  τεχνογνωσία τους να διαπιστώνουν και να διασφαλίζουν την αξιοπιστία και την εγκυρότητά τους. Ο ερευνητής της προφορικής ιστορίας έχει να αντιμετωπίσει και άλλα ιδιόμορφα ζητήματα που προκύπτουν από την ερευνητική διαδικασία των προφορικών τεκμηρίων σε σχέση με τις γραπτές πηγές .

Το εργαλείο της συνέντευξης για αυτόν είναι πλεονέκτημα. Το ίδιο και η επίγνωση των κινδύνων που ενέχει η μεροληπτικότητα  του πλήθους των απόψεων για το θέμα που εξετάζει (Τhompson 2008, 158).  Εξάλλου, πολλές γραπτές πηγές είναι ήδη βασισμένες σε συνεντεύξεις. Παρά την σημαντικό- τητα της εργαλειοποίησης της συνέντευξης απαιτείται από τον ερευνητή της προφορικής ιστορίας ιδιαίτερη προσοχή σε προβλήματα ανακρίβειας που ενδεχομένως να προκύπτουν λόγω διάφορων κοινωνικών παραγόντων ,όπως οι πιέσεις του περιβάλλοντος της δημιουργίας τους (Τhompson 2008, 162). Επιπρόσθετα, τίθεται για αυτόν και το θέμα διερεύνησης των προκατασκευασμένων τεκμηρίων που υφίσταται στις περισσότερες των περιπτώσεων λόγω κοινωνικών προλήψεων. Το ίδιο ,ωστόσο, πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπίσει ο ιστορικός ερευνητής γραπτών τεκμηρίων. Ο  ιστορικός της προφορικής ιστορίας ,όμως, απαιτείται να προβεί σε μια διαδικασία επιλογής των αναμνήσεων που του αφηγούνται (Τhompson 2008,164).

Ενισχυτικά όλων αυτών των δυσχερειών λειτουργεί και η χρονοβόρα διαδικασία της ακρόασης ,καθώς είναι αναμενόμενο ότι υπάρχουν στοιχεία που μπορεί να αναιρεθούν ή να αφαιρεθούν , ενώ αυτό πολύ δύσκολα συμβαίνει με τα γραπτά τεκμήρια (Τhompson 2008,165). Αν προσθέσει κανείς στο όλο εγχείρημα και τη δυναμική που δίνει σε μια συνέντευξη και η σωστή μαγνητοφώνηση (χάρη στην ακρίβεια που προσφέρει, ιδιαίτερα όταν έχει ήδη πραγματοποιηθεί η πρωταρχική εγγραφή(Τhompson 2008,166)) , δεν πρέπει να παραμεληθεί και η σημασία του πλαισίου αναφοράς  των τεκμηρίων μιας συνέντευξης (Τhompson 2008,168). Στην αντιμετώπιση της ιδιομορφίας των προφορικών τεκμηρίων  πρέπει να ενταχθεί και η δυσκολία που επιφέρει ο αναδρομικός χαρακτήρας των συνεντεύξεων , οι πληροφορίες των οποίων  μπορεί να είναι  περισσότερο ή λιγότερο διαστρεβλωμένες (Τhompson 2008,168). Υπεύθυνη για τυχόν ανακρίβειες πολλές φορές είναι η ηλικία του πληροφορητή (αυτό δεν συναντάται στα γραπτά κριτήρια) αν και αυτή η περίπτωση έχει αποδεχτεί ότι δεν υφίσταται.

 Και ίσως σε αυτό το σημείο εγκύπτει και η σχέση των προφορικών τεκμηρίων με τη μνήμη, καθώς όπως λέγεται η μνήμη δεν είναι  πάντα αξιόπιστη (Abrams 2014,113) και τις περισσότερες φορές πρόκειται για διαμοιρασμένη μνήμη με την κοινότητα του περιβάλλοντος του πληροφορητή (Μπάδα2013,547 Ρεπούση 2010,15). Απαιτείται, λοιπόν, η μνήμη του αφηγητή να καθορίζεται από αυτό που ονομάζεται ειλικρίνεια της παρατήρησης , κάτι που δεν συναντάται κατά την επεξεργασία των γραπτών τεκμηρίων (Abrams 2014,116). Η δεξιότητα του ερευνητή  να εκμαιεύει τις προφορικές μαρτυρίες που βασίζονται στη μνήμη του αφηγητή, θεωρείται θεμελιώδη προϋπόθεση για την κατανόησή τους και την ερμηνεία τους.(Abrams 2014,118).Ο ερευνητής , λοιπόν , της προφορικής ιστορίας οφείλει να διευκολύνει τη μνήμη του συντευξιαζόμενου, να του προκαλέσει την ενθύμηση και να ανανοηματοδοτήσει τα πλαίσια αναφοράς των τεκμηρίων αυτών αντιμετωπίζοντας πάντα και το ενδεχόμενο κάποιες πληροφορίες να ανακτώνται εύκολα , ενώ κάποιες άλλες όχι (Abrams 2014,118). Δεν είναι , επιπλέον, απίθανο να αντιμετωπίσει και την λανθασμένη ενθύμηση που μπορεί να οφείλεται σε λόγους κύρους ή επίδειξης του πληροφορητή, αφού μέσω αυτής γίνεται προβολή του παρελθόντος στο παρόν (Abrams 2014,123). Η μνήμη πολλάκις καταγράφεται λανθασμένα και για λόγους περηφάνιας (Abrams 2014,125).

Ο ερευνητής της προφορικής ιστορίας εκτός των άλλων μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος και με την απροθυμία του αφηγητή (Thompson 2008,176) ,και εξαιτίας του γεγονότος ότι η συνέντευξη ως κοινωνική σχέση έχει επίπτωση στο υλικό που καταγράφεται , κρίνεται οπωσδήποτε αναγκαία η διεργασία προκαθορισμένης σειράς ερωτήσεων από αυτόν, αφού η ευάλωτη φύση του ερωτηματολογίου το επιβάλλει (Thompson 2008,179 Ρεπούση2010,12). Εξίσου αξιοσημείωτος, για όποιον  κατέχει καλά την δεξιότητα και την εμπειρία αυτού του είδους του ερευνητή, είναι και ο σεβασμός απέναντι στον συνεντευξιαζόμενο ο οποίος μπορεί να έχει ποικιλία αντιδράσεων που μερικές φορές μπορεί να προκύπτει από την παρουσία ή την απουσία άλλων προσώπων στην συνέντευξη. Για αυτό το λόγο και το δείγμα των πληροφορητών πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό για την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων (Thompson 2008,186).

Συνοψίζοντας τα προφορικά τεκμήρια είναι πιο χρήσιμα σε μερικές περιπτώσεις από τις γραπτές πηγές , άλλες φορές απλώς προσθέτουν πληροφορίες  και άλλες φορές συμπληρώνουν τις ήδη υπάρχουσες (Thompson 2008,199Ρεπούση 2010,11). Σε κάθε περίπτωση , όμως , οι βασικοί μηχανισμοί ελέγχου της αξιοπιστίας τους είναι ακριβώς ίδιοι , όπως και στις άλλες πηγές (Thompson 2008,195).