ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΜΝΗΜΗΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΦΑΙΡΑ

 Η παρουσίαση των τρόπων με τους οποίους οι διάφορες συλλογικότητες προβάλλουν αντίδραση στην επίσημη μνήμη και την αμφισβητούν προκειμένου να αναδείξουν την δική τους οπτική για τα κοινά βιώματα τους μέσω των χωρικών αναπαραστάσεών τους, αποτελεί το αντικείμενο διαπραγμάτευσης της παρούσας εργασίας.

 Η συνεχής ανάδειξη μνημονικών τόπων και συλλογικών αναπαραστάσεων του παρελθόντος σε αυτούς δεν είναι παρά η αντίδραση των συλλογικοτήτων στην μεθόδευση της αποσιώπησης και της λήθης η οποία κυριαρχεί για σημαντικά ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά βιώματα (Ματσούκη- Μπάδα,2008).Μία ιστορική περίοδος που ανταποκρίνεται σε αυτή την λογική αποτελεί η περίοδος της κατοχής και του εμφυλίου στην Ελλάδα. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο αστικός χώρος του Αγρινίου. Σύμφωνα με την Κ. Μπάδα οι εκτελέσεις και οι απαγχονισμοί των κατοίκων από τις κατοχικές δυνάμεις αποδόθηκαν ως αντίποινα της δράσης των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Ωστόσο, αναφέρει η ιστορικός ότι προφορικές πηγές και μνήμες αποδίδουν τις εκτελέσεις στις ενέργειες των ταγμάτων ασφαλείας και των συνεργατών τους. Η δημόσια συλλογική αμνησία που επιβλήθηκε από τις τοπικές αρχές δεν συμβάδιζε με την μνήμη της κοινότητας η οποία για χρόνια αναζητούσε έναν τόπο μνήμης για να εκφραστεί η βιωμένη εμπειρία της. Μόνο στην δεκαετία του’ 80 ανεγέρθηκε ένα μνημείο για απότιση τιμής στους εκτελεσθέντες. Παράλληλα, και μετά την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, οι συγγενείς των απαγχονισμένων απαίτησαν ένα τόπο μνήμης και για αυτούς. Μόλις το 2004 αναγείρεται ένα τέτοιο μνημείο στην πόλη (Ματσούκη - Μπάδα, 2008).

 Κι αν στην συγκεκριμένη περίπτωση οι συλλογικότητες ταυτίζονται με τους επιζήσαντες ή ομάδες διεκδικούν την ανάδειξη τους μέσα από την αναβίωση των κοινών βιωμάτων ,όπως για παράδειγμα οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, οι φορείς της ιστορίας “από κάτω” είναι συνήθως οι ξεχασμένοι, οι εκπατρισμένοι, οι πρόσφυγες, οι εσωτερικοί μετανάστες ή οργανώσεις θυμάτων αγώνων και εκριζωμένοι από κάποιο πολιτικό καθεστώς (Δρουμπούκη,2014,64-65).Οι φορείς της ανεπίσημης μνήμης προσπαθούν να παρουσιάσουν μια εναλλακτική θεώρηση της μνήμης της κοινότητας. Ζωντανεύουν την μνήμη ή καλύτερα επαναπροσδιορίζουν με έναν αντισυμβατικό τρόπο την ανάδειξή της. Ανατρέπουν την παραδοσιακή αντίληψη σωματοποιώντας το χώρο αναφοράς τους με δρώμενα και εναλλακτικές δράσεις. Χορογραφίες που αναδιατάσσουν τον χώρο με εκδηλώσεις, πορείες διάσχισης συνόρων, εκδηλώσεις αλληλεγγύης , εργαστήρια μάθησης ή ιστορικοί περίπατοι, ακόμα και διεθνιστικές συναντήσεις, αποτελούν ακόμη μερικούς τρόπους έκφρασης της αντιμνήμης (Αθανασίου,2014,228-229˙234). Σύλλογοι και σωματεία ενώσεων προσπαθούν να συγκροτήσουν την ταυτότητά τους και να διατηρήσουν τις βιωμένες εμπειρίες με εκθέσεις και εκδηλώσεις αντίστοιχου περιεχομένου. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις του είδους αποτελεί το ολοκαύτωμα των Εβραίων των Ιωαννίνων (Μπάδα,2016,229-244) και οι ενέργειες του συλλόγου Εβραίων της Θεσσαλονίκης που επιδίωκαν να καταστήσουν σαφή την κοινότητα της μνήμης τους διεκδικώντας ως τόπο μνήμης τους την πλατεία Ελευθερίας της πόλης (Δρουμπούκη,2014,296).

 Μια εξίσου εναλλακτική παρέμβαση στην επίσημη μνήμη αποτελεί και η δημιουργία των λεγόμενων ζωντανών μνημείων ή αλλιώς αντιμνημείων στην Γερμανία. Στην διδακτορική της διατριβή της Α.Μ. Δρουμπούκη παραπέμποντας στα λόγια του Τζ. Γιάνγκ καταγράφει ότι οι καλλιτέχνες τους δείχνουν να μην εμπιστεύονται τις παραδοσιακές αναπαραστάσεις εξαιτίας της προπαγανδιστικής πρακτικής των Ναζί και επιθυμούν να διαφοροποιηθούν από την τεχνική αυτή μέσω της δημιουργίας των αντιμνημείων. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί το αντιμνημείο του Munster στην Γερμανία που φιλοτεχνήθηκε για τους “εξαφανισμένους” Εβραίους. Η Α.Μ. Δρουμπούκη περιγράφει το μνημείο να αποτελείται από μαύρες πέτρες που θυμίζουν φέρετρα και αναφέρει ότι κατά καιρούς το μνημείο βανδαλίστηκε και μετά από πρόταση των οδηγών υψηλά ιστάμενων προσώπων καταστράφηκε το 1988. Παρόλα αυτά έμεινε στην συνείδηση των πολιτών και έτσι οκτώ μήνες αργότερα υπήρξε αίτημα της τοπικής κοινότητας στον ίδιο καλλιτέχνη να ξαναδημιουργηθεί και έτσι φιλοτεχνήθηκε εκ νέου(Δρουμπούκη,2014,66).

 Με βεβαιότητα οι συλλογικότητες εφεύρουν συνεχώς τρόπους για να αισθητοποιήσουν την μνήμη τους και να ενδυναμώσουν την συλλογική τους κοινότητα. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι προσπάθειες αυτές πλαισιώνονται από την επίσημη μνήμη, περιπτώσεις που λειτουργούν ενισχυτικά αυτής, αλλά και περιπτώσεις που έρχονται καθαρά σε ρήξη μαζί της. Σε κάθε περίπτωση οι μνημειακές αναπαραστάσεις τους λειτουργούν από την μια κατευναστικά στο εσωτερικό των συλλογικοτήτων που την επιδιώκουν εκφράζοντας μια νέα επαναπροσδιορίσιμη μορφή του παρελθόντος στην ευρύτερη κοινωνία και παρέχουν κίνητρα για την διατήρηση της συλλογικής μνήμης τους ενισχύοντας την αίσθηση πως οι ίδιοι συμμετέχουν στην διαμόρφωσή της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 Αθανασίου,Α.2010. «Το μαύρο στην πλατεία: Χαρτογραφώντας την απαγορευμένη μνήμη» της, στο Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.), Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη. Χωρικές προσεγγίσεις του πολιτισμού, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα. (Αθανασίου,2010,)

Δρουμπούκη,Α.Μ.2014. Μνημεία της λήθης. Ίχνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, Πόλις, Αθήνα.

Δρουμπούκη,Α.Μ.2014.ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Μνημονικοί τόποι και δημόσια ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα – μια συγκριτική προσέγγιση, Αθήνα στο: http://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/11930/3610_%CE%94%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE.pdf. Ανακτήθηκε 22/11/2020

 Ματσούκη Ε. -Μπάδα, Κ. 2008.Προσεγγίσεις στην υλική μνήμη και στους μνημονικούς τόπους στο Μνήμες και Λήθη του Ελληνικού Εμφυλίου πολέμου στο: http://users.uoi.gr/gramisar/prosopiko/bada/Mnimeia_Agalmata.pdf Ανακτήθηκε 22/11/2020

Μπάδα,Κ.2016. «Σιωπές και μνήμες της πόλης των Ιωαννίνων στη δεκαετία του 1940», στο Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν και άλλοι (επιμ.), Η μνήμη αφηγείται την πόλη. Προφορική ιστορία και μνήμη του αστικού χώρου, ΕΠΙ & εκδ. Πλέθρον, Αθήνα (Μπάδα,2016,)

 

 

 

 

ΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΟ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑ ...

Η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να συσχετίσει την διαμόρφωση συλλογικής μνήμης ως συνάρτηση του χώρου που αυτή εγγράφεται, μέσα από την περιγραφή και ανάλυση του μνημείου πεσόντων της πόλης της Κομοτηνής, σε συνδυασμό με τις νομιμοποιημένες σχέσεις του χώρου αυτού με την εξουσία, που αντιπαραθέτει την δική της εκδοχή για τα γεγονότα του παρελθόντος.

 Αν η δημόσια ιστορία στοχεύει στην αναπαραγωγή της μνήμης του παρελθόντος,είναι διαπιστωμένο ότι η τήρηση τελετουργικών σε τόπους μνήμης επιτρέπει στο παρελθόν να γίνεται υλικό και ορατό (2007). Έτσι και στην περίπτωση του ηρώου πεσόντων της πόλης της Κομοτηνής, η ανάγκη των προσφύγων που κατέφθασαν εκεί μετά το 1920 (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,120),επέβαλλε την κατασκευή του ηρώου στην περιοχή για την διατήρηση της μνήμης του παρελθόντος στην συλλογική ζωή της πόλης που τους προσφέρθηκε από εδώ και στο εξής για να ζήσουν.Το σημείο που στις μέρες μας τοποθετείται είναι το Πάρκο του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης, ένα αρκετά κεντρικό σημείο της πόλης στο οποίο οδηγούν παράπλευρα σοκάκια (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,120) και το οποίο κρίθηκε πιο εύκολα προσβάσιμο στη δημόσια κοινότητα, μετά από μια σειρά μετακινήσεις σε εξίσου κεντρικά σημεία,ανάλογα με τις ανανεώσεις που υφίστατο ο αστικός χώρος της κοινότητας (Γιαννιτσιώτης,2010,276-277˙ Halbawachs,2013,83-105).


 Σύμφωνα με την σκοπιμότητα της ανέγερσης συγκεκριμένων μνημείων, χρονολογικά η διενέργεια των τελετών μνήμης παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της αντίληψης της εκπροσώπησης και της αναπαραγωγής της (2007). Στον τόπο αυτό προβάλλει επιβλητικό σε ένα ημικυκλικό πεδίο ένας υπερυψωμένος πεσσός με αναθηματική επιγραφή στην βάση του, ενώ δεξιά κι αριστερά, σε απόσταση από αυτόν άλλοι δύο μικρότεροι σε ύψος, αλλά διακοσμημένοι με κιονόκρανο πεσσοί στους οποίους είναι εγγεγραμμένες δύο ημερομηνίες αντίστοιχα, το 1821 και το 1922(Δαλκαβούκης & Τσέκου, 2015, 120).Αυτό το μνημείο, όπως κι άλλα αντίστοιχα μέσω κοινών πολιτισμικών αναπαραστάσεων αναπαράγει την μνήμη συνδέοντας το παρόν με το παρελθόν όπως οι τελετές που λαμβάνουν χώρα σε επετειακές εκδηλώσεις(2007).

   Ωστόσο, οι τέτοιου είδους κοινωνικές κατασκευές τέχνης επικαλύπτονται με συμβολισμούς που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν συμπίπτουν με την πραγματική ερμηνεία της κατασκευής τους (2007).Αν θελήσει κανείς να συνάγει συμπεράσματα για την απεικόνιση του παρελθόντος στο συγκεκριμένο μνημείο, ίσως θεωρήσει παράλογη την παρουσία του εκεί( Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123).Οι σημασιοδοτήσεις του μνημείου από την τεχνοτροπία του μέχρι τις αναγραφές των ημερομηνιών σε αυτό παραπέμπουν στις ανάγκες του τότε ελληνικού κράτους να μπορέσει να διασφαλίσει το εθνικό αφήγημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους σε μια πόλη με έντονη παρουσία θρησκευτικής μειονότητας όπου οι αντιπαραθέσεις είναι συχνές (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,122). Για αυτό το λόγο γίνεται η αναφορά στο 1821, όπως και για αυτό το λόγο υφίσταται η αρχαιοπρεπής κατασκευή του μνημείου που παραπέμπει στην αρχαιότητα. Η συνέχεια που ενώνει τις δύο ιστορικές περιόδους και αφορά την βυζαντινή περίοδο,επιτυγχάνεται με την σύνδεση του ονόματος της πλατείας όπου πρωτοθεμελιώθηκε το μνημείο, της πλατείας Βουλγαροκτόνου (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,122). Η ένταξη της πόλης στο νέο κράτος επιβάλλει την σημασιοδότηση του μνημείου μέσα από την επανάσταση του 1821. Αντίθετα το 1922 εκλείπει ( Δαλκαβούκης & Τσέκου, 2015, 123),αφού ο αλυτρωτισμός ως πολιτική παύει να υφίσταται και την συγκεκριμένη χρονική περίοδο δεν συνεισφέρει στην εθνική ρητορική.

 Τα μνημεία, όμως, αποκτούν άλλες ερμηνείες και ο κοινωνικοπολιτικός τους συσχετισμός αναδιατάσσεται σύμφωνα με τα δεδομένα της νέας εποχής (2007). Παράλληλα ο γεωγραφικός προσδιορισμός της δημόσιας μνήμης που φέρουν δείχνει ιδιαίτερα δυναμικός (Δρουμπούκη,2014,102). Έτσι μερικές φορές οι προηγούμενες αναμνηστικές αναφορές τους απότομα εξαφανίζονται και γίνονται νέες προσθήκες με χαρακτηριστικά ανάμνησης   (2007). Η φυσιογνωμία του μνημείου πεσόντων της Κομοτηνής υφίσταται κι αυτό αλλαγές μετά τον Β΄ΠΠ (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123). Οι έννοιες που υποκρύπτονται και η ρητορική της επίσημης δημόσιας μνήμης δείχνουν παγιωμένα, αλλά στην πραγματικότητα βρίθουν νοηματικών συγχύσεων (Φλάισερ,2008, 172). Η συμμετοχή των κατοίκων της περιοχής και του μουσουλμανικού πληθυσμού στο μέτωπο της Αλβανίας, αλλά και στην περίοδο της κατοχής, έπρεπε να επισημανθεί δημοσίως. Για αυτό ακριβώς το λόγο προστίθενται στο μνημείο δύο μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123) των νεκρών στρατιωτών και δύο επιγραφές αντίστοιχα, στον δεξιό και αριστερό πεσσό. Σημειωτέον ότι ανάμεσα στα ονόματα ξεχωρίζουν και αυτά δεκατριών μουσουλμάνων στρατιωτών που έχασαν την ζωή τους για την προστασία της πατρίδα τους (Δαλκαβούκης & Τσέκου, 2015,123). Στο δε δεξιό κιονόκρανο δεν αναγράφεται πλέον 1922, αλλά απαβ (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123).


  Έτσι, παρόλο που η λειτουργικότητα του μνημείου δεν μεταβάλλεται, οι νεκροί του Εμφυλίου παραβλέπονται και η παρουσία των μουλσουμανικών ονομάτων στον δημόσιο μνημονικό λόγο εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα συνεργασίας ανάμεσα στα δύο γειτονικά κράτη, τουλάχιστον μέχρι και τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 1955 (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,125).Αυτή η στάση της εξουσίας αφορά κυρίως τον επιτονισμό της ταυτόχρονης συμμετοχής των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ το 1949 (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,126). Ταυτόχρονα η αναφορά στο 1920 ενταφιάζεται, ενώ η αναγραφή των μουσουλμάνων στρατιωτών στο ηρώο δείχνει την εθνικοφροσύνη τους στην μητέρα Ελλάδα (Δρουμπούκη,2014,89˙ Φλάισερ,2012,55˙ 2008,172).

  Το εν λόγω μνημείο θα έλεγε κανείς πως στις μέρες μας έχει χάσει την αίγλη του, καθώς η παρουσία ενός άλλου μνημείου στην ίδια πόλη, που τοποθετήθηκε μετά την περίοδο της χούντας, έχει αποτελέσει χώρο αναφοράς των κατοίκων,αλλά και όσων επισκέπτονται την πόλη, παίρνοντας κι αυτό με τη σειρά του μια σειρά από επανανοηματοδοτήσεις. Αυτό, όμως, έχει μια άλλη ιστορία...

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 Γιαννιτσιώτης Γ.2010,«Ο Άρης Βελουχιώτης επιστρέφει στη Λαμία. Διαμάχες γύρω από έναν μνημονικό τόπο», στο Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.), Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη. Χωρικές προσεγγίσεις του πολιτισμού, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

 Δαλκαβούκης .Β.- Τσέκου.Κ .(2015), Χτίζοντας τη δημόσια ιστορία στον χώρο: Η περίπτωση των μνημείων της Κομοτηνής στο Η Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα. Χρήσεις και Καταχρήσεις, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Δρουμπούκη Α.Μ.2014,Μνημεία της Λήθης. Ίχνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αθήνα,ΠΟΛΙΣ.

Halbwachs.M.2013, «Η συλλογική μνήμη και ο χώρος», στο Halbwachs Maurice Η συλλογική μνήμη (επιστημονική επιμέλεια-πρόλογος: Άννα Μαντόγλου – μτφρ. Τίνα Πλυτά), Αθήνα: εκδ. Παπαζήση.

Kenneth Foote E. & Maoz Azaryahu,2007.«Toward a geography of memory: Geographical dimensions of public memory and commemoration», Journal of Political and Military Sociology.

Φλάισερ. Χ .2008, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία, Αθήνα: εκδ. Νεφέλη.