ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

Σκιά στο παρόν ... το αρχαιοελληνικό παρελθόν(;) Η περίπτωση της περιοχής του Ν.Σερρών


“Ορμώμενη εκ της πόλεως των Σερρών περί την επιστήμη της Ιστορίας ...” όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στον τίτλο των σπουδών μου και αδράττοντας την ευκαιρία που μου δίνουν οι μεταπτυχιακές σπουδές μου με αυτήν την εργασία, θα γίνει μια απόπειρα εστίασης στους τρόπους και στα μέσα με τα οποία η περιοχή της καταγωγής μου οικοδομεί την σχέση της με το αρχαιοελληνικό παρελθόν και το εντάσσει στο παρόν της.

 Το αρχαιοελληνικό παρελθόν στην χώρα μας αναδεικνύεται μέσα από κάθε σημάδι υλικού πολιτισμού που ανακαλύπτει η αρχαιολογική σκαπάνη (Χαμηλάκης,2007,127).Η εργαλειοποίηση του για ευρύτερους κοινωνικοπολιτικούς σκοπούς και εθνικές επιδιώξεις το καθιστά αναγκαία συνθήκη (Παπαδημητρίου,2017,95&98). Στην περίπτωση της περιοχής των Σερρών στο ιστορικό πλαίσιο που ερμηνεύει την παρουσία του δεν πρέπει να αγνοηθούν δύο αναφορές: η απαξίωση του οθωμανικού παρελθόντος της περιοχής μέσα στα γενικότερα πρότυπα εκδυτικισμού που διατρέχουν όλη την Ελλάδα (Πλάντζος,2016,31) και η ένταξη της Μακεδονίας στο νεοελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Η συγκρότηση του εθνικού αφηγήματος της συνέχειας του ελληνικού έθνους σε συνδυασμό με την διαχείριση κρίσεων οδήγησαν και στην περίπτωση αυτή σε μια αρνητική στάση απέναντι σε ό,τι θύμιζε την Οθωμανική κατοχή (Πλάντζος,2016,66),ενώ το γεγονός που απάλλαξε την περιοχή από αυτήν μεγεθύνεται στην σκέψη των πολιτών της.




 Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αρχαιολογικού μουσείου της πόλεως ή αλλιώς Μπεζεστένι (Σαμσάρης,2013,XLII). Πρόκειται για μια κλειστή αγορά που λειτουργούσε κατά την εποχή της Οθωμανοκρατίας και αποτελούσε μεγάλο εμπορικό κέντρο της Βαλκανικής χερσονήσου. Η μετατροπή της αρχικά σε αποθήκη αρχαιολογικού υλικού και αργότερα το 1970 σε αρχαιολογικό μουσείο(Βάλλα,Μ), χωρίς καμία προσπάθεια ανάδειξης του ή αξιοποίησής του, διαιωνίζει τις τάσεις του οριενταλισμού (Πλάντζος,2016,62-63) που επικρατούσαν από παλιά στην περιοχή. Παρά το γεγονός ότι αυτό δεσπόζει στην πιο κεντρική πλατεία της πόλης, πολλοί κάτοικοι της, αλλά και οι αρχές του τόπου διαιωνίζουν το συγκεκριμένο στερεότυπο (Χαμηλάκης,2007,105) με αποτέλεσμα να μην αξιοποιείται όσο θα μπορούσε πολιτιστικά το εν λόγω μνημείο. Ενισχυτικά της οπτικής αυτής λειτουργεί και η αντίληψη της ιστορικής συνέχειας της πόλης που επιτυγχάνεται μέσω των επιτυχιών των Βαλκανικών πολέμων και η οποία έχει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στην συνείδηση των κατοίκων της περιοχής (Ανδρέου-Κασιβίκης,2015,133) πράγμα που φαίνεται στους ανδριάντες που κοσμούν πολλά κεντρικά μνημεία του αστικού χώρου. Έτσι, κάθε απόπειρα επανασχεδιασμού της πλατείας δεν στάθηκε ικανή να αναμετρηθεί με το ογκώδες μνημείο που συνεχίζει να επιβάλλεται εγωιστικά θα έλεγε κανείς, στην πάροδο του χρόνου.

  Βέβαια, οι καταβολές των κατοίκων της περιοχής παραπέμπουν στην αρχαία και ρωμαϊκή ιστορία. Ακόμη και σήμερα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων της περιοχής διατηρείται ζωντανή η ανάμνηση της αρχαιότητας και γενικά του παρελθόντος στην ονοματολογία (Χαμηλάκης,2007,104) είτε πρόκειται για ονόματα επαρχιών (Βισαλτία, Σιντική κα), οικισμών (Αμφίπολη, Δραβήσκος κ.ά.) ή οδών (Θουκυδίδου, Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ξενοφώντος κλπ.) είτε για ονόματα προσώπων (ανθρωπωνύμια)(Σαμσάρης,2013,XLIII). Αντίστοιχους απόηχους του «νεοκλασικισμού»(Παπαδημητρίου,2017,61) παρατηρεί κανείς και στην αστική περιοχή στην αρχιτεκτονική της σύγχρονης πόλης, όπως τα κτήρια της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Ελλάδας τα οποία δεσπόζουν επιβλητικά σε κεντρικά σημεία της πόλης(Σαμσάρης,2013,XLI).                

  Άλλη μια περίπτωση αναβίωσης της αρχαιότητας αποτελεί η κατασκευή της Εγνατίας οδού (Σαμσάρης,2013,XLII-XLIII). Πολύ σημαντική οδική αρτηρία η οποία συνεισφέρει στην σύνδεση όχι μόνο με την Βουλγαρία και τα Βαλκάνια, αλλά και με την Τουρκία αναδεικνύοντας την περιοχή από οικονομική, τουριστική και πολιτιστική άποψη. Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως στην ίδια περιοχή, τον τύμβο του Καστά στην Αμφίπολη, η αίγλη της οποίας επανέρχεται κάθε φορά που οι πολιτικές ή εθνικές επιταγές το θυμούνται(Παπαδημητρίου,2017,95). Τότε,αρχίζει ο κάτοικος της περιοχής να νοσταλγεί το ιστορικό παρελθόν, να γοητεύεται από αυτό επιχειρώντας τη διαχείριση της αρχαίας ιστορικής και πολιτισμικής κληρονομιάς(Πλάντζος,2016,60). Ο αρχαιολογικός χώρος αξιοποιείται πολιτιστικά με ποικίλες εκδηλώσεις όπως το Φεστιβάλ Αμφίπολης και μουσικοθεατρικές παραστάσεις. Εν αντιθέσει με το μνημείο του Ολοκαυτώματος των Κερδυλλίων που διατελεί εν αγνοία των περισσοτέρων, αν και βρίσκεται λίγο πιο πίσω από το περίφημο Λιοντάρι της Αμφίπολης που ελκύει το ενδιαφέρον των περιηγητών.

   Αν ήθελε κανείς να συνοψίσει τις απόψεις του για την διατήρηση και επίδραση του αρχαιοελληνικού παρελθόντος στην περιοχή, θα ερχόταν αντιμέτωπος με ετερόκλητες σκέψεις. Σίγουρα, όμως, μέσω των περιπτώσεων που αναδείχθηκαν πιο πάνω, αντιλαμβάνεται το βάρος της σκιάς του στο παρόν της σημερινής πραγματικότητας της περιοχής.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ανδρέου,Α.-Κασβίκης,Κ.2015. «Δημόσιες εκδοχές της μακεδονικής ιστορίας σε δυο αγάλματα του βασιλιά Φιλίππου Β΄», στο Α. Ανδρέου κ.ά., Η δημόσια ιστορία στην Ελλάδα. Χρήσεις και καταχρήσεις   της ιστορίας,Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη.

Βάλλα,Μ.Οδηγοί της πόλης και του Νομού Σερρών.Αρχαιολογικό Μουσείο στο σερραϊκό αποθετήριο:

https://serrelib.gr/el/serraiko-apothetirio/arhaiologiko-moyseio, ανακτήθηκε 27/11/2020

Παπαδημητρίου,Ν.2017. «Εισαγωγή» στο Ν. Παπαδημητρίου & Ά. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Το παρελθόν στο παρόν. Μνήμη, ιστορία και αρχαιότητα στη Σύγχρονη Ελλάδα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα.

Πλάντζος,Δ.2016. Το πρόσφατο μέλλον. Η κλασική αρχαιότητα ως βιοπολιτικό εργαλείο,Νεφέλη, Αθήνα.

Σαμσάρης,Δ.2013. Σχέσεις παρελθόντος/παρόντος (αρχαίου/νεότερου) στην Ιστορία των Σερρών στο Οι Σέρρες και η περιοχή τους. Από την Οθωμανική κατάκτηση στην σύγχρονη εποχή στο Πρακτικά Β΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου, Α τόμος,Σέρρες https://www.serres.gr/synedrio100/images/2006/2nd%20international%20scientific%20congress.pdf

 ανακτήθηκε 26/11/2020.

Χαμηλάκης,Γ.2007.Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιολογία, αρχαιότητα και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα,Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου,Αθήνα.

 

 

 

 

 

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος κρίνεται στην “μάχη των ερτζιανών”... (;)

 Με την παρούσα εργασία επιδιώκεται να καταγραφεί η δυναμική του ραδιοφώνου στις εξελίξεις και στην έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πολυπόθητη ειρήνη δεν ευοδώθηκε και η προετοιμασία για μια νέα πολεμική σύρραξη παγκόσμιας εμβέλειας σηματοδοτήθηκε μέσα από την χρήση του ραδιοφώνου και την αξιοποίησή του. Αυτό το μέσο πληροφόρησης και ψυχαγωγίας θα γινόταν το μέσο μιας άλλης, νέας μορφής αθέμιτου ανταγωνισμού,της προπαγάνδας.

 Η παρουσία του στις εξελίξεις των στρατιωτικών θεμάτων θεωρήθηκε ότι άξιζε πολύ περισσότερο από ολόκληρους στρατούς. Μια διαρκής τοποθέτηση πομπών σε διάφορα σημεία του κόσμου,καθώς και η μέριμνα για οργάνωση της πληροφόρησης μέσα από ειδικά συστημένους θεσμούς από πολλά κράτη (Craig,2013,226), αποδεικνύει πως ο ρόλος του ραδιοφώνου ήδη είχε αναγνωριστεί από τους ηγέτες της εποχής. Η μέριμνα, άλλωστε, που επέδειξαν καθεστώτα για την συστηματική αξιοποίησή του, προετοίμαζε μελλοντικά πραξικοπήματα (Jeanneney,2010,224). Παρόλο που κάποιοι αμφισβήτησαν την απόλυτη επιρροή του και το χαρακτήρισαν ως αυταπάτη (Jeanneney, 2010,223) δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι η ναζιστική προπαγάνδα έδωσε το έναυσμα της έναρξης του Β΄Π Π προετοιμάζοντας την γερμανική εισβολή στην Πολωνία μέσω μιας καλά σκηνοθετημένης κατάληψης ενός ραδιοσταθμού στα πολωνικά σύνορα (Jeanneney,2010,222-223).

   Η πεποίθηση του Χίτλερ ότι στον πόλεμο οι λέξεις γίνονται όπλα (Jeanneney,2010,228), δρομολόγησε μια σειρά από ενέργειες που προετοίμαζαν την υποδοχή του νέου μέσου από το κοινό. Η προσφορά ραδιοφωνικών συσκευών σε φτηνή τιμή και η προώθηση των περίφημων “μουσούδων” του Γκαίμπελ, των τραντζίστορ, (Jeanneney, 2010,228) προστίθενται στους τρόπους διάδοσης του “λόγου της αλήθειας” μέσω της χρήσης πομπών για την αναμετάδοση των προγραμμάτων του Βερολίνου κυρίως στις κατεχόμενες από αυτό χώρες. Και παρά το γεγονός ότι η σταλινική ΕΣΣΔ δείχνει να υστερεί στην προπαγάνδα, χρησιμοποιώντας κι αυτή το ραδιόφωνο σε εκπομπές που καταφέρονται του Γ΄ Ράιχ, με την εισβολή της Γερμανίας στην χώρα της, υποχρεώνει τους κατοίκους της να παραδώσουν όλους τους σταθμούς της εμπόλεμης περιοχής, δείγμα της ανασφάλειας αλλά και της αμηχανίας της στο χειρισμό του μέσου αυτού (Jeanneney,2010,231).

 Κι αν αυτά όλα αναδεικνύουν την δυναμική που δίνεται από το ραδιόφωνο στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, οι δυτικού τύπου δημοκρατίες αποτελούν μια διαφορετική περίπτωση ανάδειξης του μέσου αυτού (Jeanneney, 2010,231). Στην περίπτωση της Γαλλίας, πολλοί έσπευσαν να αποδώσουν την ήττα της από τους Γερμανούς στην πετυχημένη δράση της Γερμανικής προπαγάνδας (Jeanneney,2010,237). Ο Γκαίμπελς χαρακτήρισε την ήττα της ψυχολογική και ίσως να μην είχε και άδικο. Η προπαγάνδα στην Γαλλία υπήρξε υποτονική από την πλευρά της (Jeanneney,2010,237). Η περίπτωση του μύθου του Φερντονέ το αποδεικνύει(Jeanneney,2010,242-243). Στην ουσία ο γαλλικός λαός πείστηκε για την παντοδυναμία του αντιπάλου του. Η καχυποψία και η φαντασία ότι παντού και πίσω από όλα κρύβονται οι Γερμανοί υπήρξε παράγοντας ηττοπάθειας (Jeanneney,2010,243). Υπεροπτικά ο Γκαίμπελς θα υποστηρίξει πως οι ιστορικοί του μέλλοντος θ’ αποτίσουν φόρο τιμής στο τέταρτο όπλο, την προπαγάνδα (Jeanneney,2010,244).

   Η δυναμική του γαλλικού ραδιοφώνου αρχίζει να διαφαίνεται από την χρήση του στις αποικίες της Γαλλίας, καθώς και στην συμβολή του στρατηγού “ραδιόφωνου” όπως αποκαλέστηκε ο Ντε Γκώλ ( Jeanneney, 2010, 248). Η φωνή του, χάρη στην πολιτική της Μ.Βρετανίας, στέλνει μηνύματα στους φοβισμένους Γάλλους. Στην Γαλλία η συλλογική μνήμη για τον Β΄ ΠΠ διαμορφώθηκε μέσα από τις ακουστικές αναμνήσεις ( Jeanneney, 2010, 235 ).Το αγγλικό ραδιόφωνο συνέβαλε τα μέγιστα στην ενότητα και στον δυναμισμό της ελεύθερης Γαλλίας (Jeanneney, 2010, 237). Ο Άγγλος πολιτικός Τσώρτσιλ είχε αντιληφθεί την σπουδαιότητά του ( Jeanneney, 2010, 233). Έτσι, το BBC αρχίζει και φιλοξενεί εξόριστους πολιτικούς και ηγέτες που βρίσκουν καταφύγιο στην Μ.Βρετανία. Με αυτή την τακτική του ενδυναμώνει το ηθικό των κατεχόμενων χωρών (Jeanneney, 2010, 233˙ Craig, 2013, 226).Το καθοριστικό σημείο ανάδειξης του υπήρξε η δυναμική υποστήριξη της αλήθειας με κάθε κόστος (Jeanneney, 2010,233).Αν και αυτό του εξασφαλίζει μεγάλη ακροαματικότητα και αξιοπιστία, με την σειρά του χρησιμοποιεί το ραδιόφωνο προπαγανδιστικά.

   Κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στην Αμερική παρά το γεγονός ότι οι πολιτικοί εκεί το απεχθανόταν στην εμφάνισή του (Μπαντιμαρούδης, 2006, 58). Άνθρωποι με κύρος και διανοούμενοι αναλαμβάνουν εκεί την διάψευση αναληθών ειδήσεων (Jeanneney, 2010, 223). Η συνεργασία του ΒΒC με ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αμερικής, αλλά και άλλων χωρών βοηθά στην αναπτέρωση του ηθικού και στην ανάδειξη της νίκης των συμμάχων (Jeanneney, 2010, 234˙ Μπαντομαρούδης, 2006, 62). Η περίπτωση της Ελλάδας δεν διαφοροποιείται αισθητά. Αν και το μεταξικό καθεστώς χρησιμοποιήθηκε από την γερμανική προπαγάνδα  εκμεταλλευόμενο την ελληνική ραδιοφωνία για την διευκόλυνση του γερμανικού στρατού ( Μπαντιμαρούδης, 2006, 62-64) οι τακτικές δολιοφθοράς της συχνότητας και της μετάδοσης των ναζιστικών μηνυμάτων αποτελούν δείγματα αντίστασης του ελληνικού λαού.Το ραδιόφωνο επιλέγει ο Γ.Παπανδρέου για την μετάδοση της είδησης της απελευθέρωσης στις 18 Οκτωβρίου 1944 (ΕΡΤ,1988).

  Αναμφισβήτητα το ραδιόφωνο χαρακτήρισε την εποχή του Β΄ΠΠ και ως ένα σημείο δρομολόγησε την εξέλιξη του βοηθώντας την προπαγάνδα να ευδοκιμήσει και να αναδείξει μέσα από το ραδιόφωνο την δυναμική της και τις ολέθριες συνέπειες της. Ολοκληρωτικά και δημοκρατικά καθεστώτα ήρθαν αντιμέτωπα με τις συνέπειες της χρήσης της προπαγάνδας και του ραδιοφωνικού μέσου, αφού σε κάθε περίπτωση η σκιά του Β΄ΠΠ τους έπληξε όλους, νικητές και ηττημένους.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ 

Craig,R.T., Jackson,P.J., Peck,J. & Simonson,P. 2013. THE HANDBOOK OF COMMUNICATION HISTORY ,Routledge.N. York and London .

Jeanneney, J. N. 2010. Ιστορία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Από την εμφάνισή τους ως τις μέρες μας. (μτφρ. Νάση Μπάλτα), Αθήνα, Εκδ. Παπαδήμας.

Μπαντιμαρούδης,Φ. 2006. “Σύντομη Ιστορία της Επικοινωνίας. Μέσα και Πολιτισμός" , 2η εκδ. επίκεντρο, Θεσσαλονίκη .

 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

https://archive.ert.gr/98231.1988.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΟ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑ ...

Η παρούσα εργασία φιλοδοξεί να συσχετίσει την διαμόρφωση συλλογικής μνήμης ως συνάρτηση του χώρου που αυτή εγγράφεται, μέσα από την περιγραφή και ανάλυση του μνημείου πεσόντων της πόλης της Κομοτηνής, σε συνδυασμό με τις νομιμοποιημένες σχέσεις του χώρου αυτού με την εξουσία, που αντιπαραθέτει την δική της εκδοχή για τα γεγονότα του παρελθόντος.

 Αν η δημόσια ιστορία στοχεύει στην αναπαραγωγή της μνήμης του παρελθόντος,είναι διαπιστωμένο ότι η τήρηση τελετουργικών σε τόπους μνήμης επιτρέπει στο παρελθόν να γίνεται υλικό και ορατό (2007). Έτσι και στην περίπτωση του ηρώου πεσόντων της πόλης της Κομοτηνής, η ανάγκη των προσφύγων που κατέφθασαν εκεί μετά το 1920 (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,120),επέβαλλε την κατασκευή του ηρώου στην περιοχή για την διατήρηση της μνήμης του παρελθόντος στην συλλογική ζωή της πόλης που τους προσφέρθηκε από εδώ και στο εξής για να ζήσουν.Το σημείο που στις μέρες μας τοποθετείται είναι το Πάρκο του Αρχαιολογικού Μουσείου της πόλης, ένα αρκετά κεντρικό σημείο της πόλης στο οποίο οδηγούν παράπλευρα σοκάκια (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,120) και το οποίο κρίθηκε πιο εύκολα προσβάσιμο στη δημόσια κοινότητα, μετά από μια σειρά μετακινήσεις σε εξίσου κεντρικά σημεία,ανάλογα με τις ανανεώσεις που υφίστατο ο αστικός χώρος της κοινότητας (Γιαννιτσιώτης,2010,276-277˙ Halbawachs,2013,83-105).


 Σύμφωνα με την σκοπιμότητα της ανέγερσης συγκεκριμένων μνημείων, χρονολογικά η διενέργεια των τελετών μνήμης παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της αντίληψης της εκπροσώπησης και της αναπαραγωγής της (2007). Στον τόπο αυτό προβάλλει επιβλητικό σε ένα ημικυκλικό πεδίο ένας υπερυψωμένος πεσσός με αναθηματική επιγραφή στην βάση του, ενώ δεξιά κι αριστερά, σε απόσταση από αυτόν άλλοι δύο μικρότεροι σε ύψος, αλλά διακοσμημένοι με κιονόκρανο πεσσοί στους οποίους είναι εγγεγραμμένες δύο ημερομηνίες αντίστοιχα, το 1821 και το 1922(Δαλκαβούκης & Τσέκου, 2015, 120).Αυτό το μνημείο, όπως κι άλλα αντίστοιχα μέσω κοινών πολιτισμικών αναπαραστάσεων αναπαράγει την μνήμη συνδέοντας το παρόν με το παρελθόν όπως οι τελετές που λαμβάνουν χώρα σε επετειακές εκδηλώσεις(2007).

   Ωστόσο, οι τέτοιου είδους κοινωνικές κατασκευές τέχνης επικαλύπτονται με συμβολισμούς που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν συμπίπτουν με την πραγματική ερμηνεία της κατασκευής τους (2007).Αν θελήσει κανείς να συνάγει συμπεράσματα για την απεικόνιση του παρελθόντος στο συγκεκριμένο μνημείο, ίσως θεωρήσει παράλογη την παρουσία του εκεί( Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123).Οι σημασιοδοτήσεις του μνημείου από την τεχνοτροπία του μέχρι τις αναγραφές των ημερομηνιών σε αυτό παραπέμπουν στις ανάγκες του τότε ελληνικού κράτους να μπορέσει να διασφαλίσει το εθνικό αφήγημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους σε μια πόλη με έντονη παρουσία θρησκευτικής μειονότητας όπου οι αντιπαραθέσεις είναι συχνές (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,122). Για αυτό το λόγο γίνεται η αναφορά στο 1821, όπως και για αυτό το λόγο υφίσταται η αρχαιοπρεπής κατασκευή του μνημείου που παραπέμπει στην αρχαιότητα. Η συνέχεια που ενώνει τις δύο ιστορικές περιόδους και αφορά την βυζαντινή περίοδο,επιτυγχάνεται με την σύνδεση του ονόματος της πλατείας όπου πρωτοθεμελιώθηκε το μνημείο, της πλατείας Βουλγαροκτόνου (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,122). Η ένταξη της πόλης στο νέο κράτος επιβάλλει την σημασιοδότηση του μνημείου μέσα από την επανάσταση του 1821. Αντίθετα το 1922 εκλείπει ( Δαλκαβούκης & Τσέκου, 2015, 123),αφού ο αλυτρωτισμός ως πολιτική παύει να υφίσταται και την συγκεκριμένη χρονική περίοδο δεν συνεισφέρει στην εθνική ρητορική.

 Τα μνημεία, όμως, αποκτούν άλλες ερμηνείες και ο κοινωνικοπολιτικός τους συσχετισμός αναδιατάσσεται σύμφωνα με τα δεδομένα της νέας εποχής (2007). Παράλληλα ο γεωγραφικός προσδιορισμός της δημόσιας μνήμης που φέρουν δείχνει ιδιαίτερα δυναμικός (Δρουμπούκη,2014,102). Έτσι μερικές φορές οι προηγούμενες αναμνηστικές αναφορές τους απότομα εξαφανίζονται και γίνονται νέες προσθήκες με χαρακτηριστικά ανάμνησης   (2007). Η φυσιογνωμία του μνημείου πεσόντων της Κομοτηνής υφίσταται κι αυτό αλλαγές μετά τον Β΄ΠΠ (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123). Οι έννοιες που υποκρύπτονται και η ρητορική της επίσημης δημόσιας μνήμης δείχνουν παγιωμένα, αλλά στην πραγματικότητα βρίθουν νοηματικών συγχύσεων (Φλάισερ,2008, 172). Η συμμετοχή των κατοίκων της περιοχής και του μουσουλμανικού πληθυσμού στο μέτωπο της Αλβανίας, αλλά και στην περίοδο της κατοχής, έπρεπε να επισημανθεί δημοσίως. Για αυτό ακριβώς το λόγο προστίθενται στο μνημείο δύο μαρμάρινες πλάκες με τα ονόματα (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123) των νεκρών στρατιωτών και δύο επιγραφές αντίστοιχα, στον δεξιό και αριστερό πεσσό. Σημειωτέον ότι ανάμεσα στα ονόματα ξεχωρίζουν και αυτά δεκατριών μουσουλμάνων στρατιωτών που έχασαν την ζωή τους για την προστασία της πατρίδα τους (Δαλκαβούκης & Τσέκου, 2015,123). Στο δε δεξιό κιονόκρανο δεν αναγράφεται πλέον 1922, αλλά απαβ (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,123).


  Έτσι, παρόλο που η λειτουργικότητα του μνημείου δεν μεταβάλλεται, οι νεκροί του Εμφυλίου παραβλέπονται και η παρουσία των μουλσουμανικών ονομάτων στον δημόσιο μνημονικό λόγο εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα συνεργασίας ανάμεσα στα δύο γειτονικά κράτη, τουλάχιστον μέχρι και τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 1955 (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,125).Αυτή η στάση της εξουσίας αφορά κυρίως τον επιτονισμό της ταυτόχρονης συμμετοχής των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ το 1949 (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,126). Ταυτόχρονα η αναφορά στο 1920 ενταφιάζεται, ενώ η αναγραφή των μουσουλμάνων στρατιωτών στο ηρώο δείχνει την εθνικοφροσύνη τους στην μητέρα Ελλάδα (Δρουμπούκη,2014,89˙ Φλάισερ,2012,55˙ 2008,172).

  Το εν λόγω μνημείο θα έλεγε κανείς πως στις μέρες μας έχει χάσει την αίγλη του, καθώς η παρουσία ενός άλλου μνημείου στην ίδια πόλη, που τοποθετήθηκε μετά την περίοδο της χούντας, έχει αποτελέσει χώρο αναφοράς των κατοίκων,αλλά και όσων επισκέπτονται την πόλη, παίρνοντας κι αυτό με τη σειρά του μια σειρά από επανανοηματοδοτήσεις. Αυτό, όμως, έχει μια άλλη ιστορία...

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 Γιαννιτσιώτης Γ.2010,«Ο Άρης Βελουχιώτης επιστρέφει στη Λαμία. Διαμάχες γύρω από έναν μνημονικό τόπο», στο Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.), Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη. Χωρικές προσεγγίσεις του πολιτισμού, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα.

 Δαλκαβούκης .Β.- Τσέκου.Κ .(2015), Χτίζοντας τη δημόσια ιστορία στον χώρο: Η περίπτωση των μνημείων της Κομοτηνής στο Η Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα. Χρήσεις και Καταχρήσεις, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Δρουμπούκη Α.Μ.2014,Μνημεία της Λήθης. Ίχνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αθήνα,ΠΟΛΙΣ.

Halbwachs.M.2013, «Η συλλογική μνήμη και ο χώρος», στο Halbwachs Maurice Η συλλογική μνήμη (επιστημονική επιμέλεια-πρόλογος: Άννα Μαντόγλου – μτφρ. Τίνα Πλυτά), Αθήνα: εκδ. Παπαζήση.

Kenneth Foote E. & Maoz Azaryahu,2007.«Toward a geography of memory: Geographical dimensions of public memory and commemoration», Journal of Political and Military Sociology.

Φλάισερ. Χ .2008, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία, Αθήνα: εκδ. Νεφέλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΝΑ ΜΝΗΜΕΙΟ ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ

Με την παρούσα εργασία επιχειρείται να προσεγγιστεί ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που απασχολούν την επιστήμη της ιστορίας: οι αποσιωπήσεις και η ιστορική λήθη γεγονότων του παρελθόντος από την πολιτική ηγεσία και άλλους κοινωνικοπολιτικούς φορείς και ομάδες.

 Η Ιστορία συχνά βρίσκεται υπό κατάχρηση τόσο από την πολιτική εξουσία όσο και από άλλες κοινωνικές ομάδες. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Α.Μ Δρουμπούκη “αυτόκλητοι εργολάβοι της μνήμης, υπάρχουν πολλοί”. Η επιθυμία παρατάξεων για να σβήσουν το παρελθόν τους και η τακτική του πολιτικού εντυπωσιασμού (Καραμανωλάκης, 2014,233) αποτελεί έναν από τους παράγοντες που ευθύνονται για τις παραπάνω καταχρήσεις. Από την άλλη αλαζονικές συμπεριφορές που προκάλεσαν θύματα στο παρελθόν και προκαλούν το κοινό αίσθημα στο παρόν (Δρουμπούκη,2014,215) ζητούν με αυτόν τον τρόπο απαλλαγή από το ένοχο παρελθόν τους, ενώ άλλες φορές πάλι προβάλλεται ως αίτιο η διάθεση συμφιλίωσης για την στάση των ηγετών στο παρελθόν προκειμένου να επαναπροσδιοριστεί η ταυτότητά τους (Καραμανωλάκης,2014,226˙Κουλούρη, 2016,126-127).Εξάλλου τα απολυταρχικά καθεστώτα, αλλά μερικές φορές και τα δημοκρατικά, ακολουθούν τακτικές λογοκρισίας για την εξασφάλιση χρηματοδότησής τους (Κουλούρη,2016,120). Δεν υπάρχουν, όμως, μόνο οι αποσιωπήσεις της ιστορίας από το κράτος και τους πολιτικούς.

   Ας μην διαφεύγουν της προσοχή μας και περιπτώσεις που η ίδια η ιστορία λειτουργώντας διχαστικά διατηρεί την μνήμη συγκρούσεων με την διδασκαλία της ιστορίας αποσιωπώντας γεγονότα (Κουλούρη,2016,127).Επιπρόσθετα και μια μερίδα ιστορικών που διατηρούν στενές σχέσεις με το κράτος και έλκονται από την επιθυμία να συμμετέχουν στους κρατικούς πόρους συνεργάζονται στην παραγωγή προπαγάνδας (Κουλούρη, 2016,119-120).Θα μπορούσε κανείς σε αυτό το σημείο να μιλήσει και για την κόπωση της κοινωνίας από συγκρούσεις και έριδες του παρελθόντος που διαιωνίζονται στο παρόν και κάνουν την υπέρβαση τους μέσω της επιλογής της αποσιώπησης (Καραμανωλάκης, 2014,240).Οι αποσιωπήσεις ιστορικών γεγονότων σε περιπτώσεις οικειοποίησης της ιστορίας “από κάτω” δίνει βήμα για διεκδικήσεις κοινωνικών ομάδων να γράφουν την ιστορία μόνες τους (Κουλούρη, 2016,132,). Βέβαια σε κάθε περίπτωση η αποσιώπηση ή η παραχάραξη της ιστορίας δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητής στρατηγικής επιλογής (Κουλούρη, 2016,131).

   Ενισχυτικά της πρώτης περίπτωσης της αποσιώπησης από το κράτος και την ηγεσία του τόπου μέρους του ιστορικού παρελθόντος αποτελεί το παράδειγμα των μνημείων της πόλης της Κομοτηνής. Η Κομοτηνή είναι μια πόλη που χαρακτηρίζεται από την συμβίωση των κατοίκων της με την μουσουλμανική μειονότητα. Η ανταγωνιστική σχέση των κατοίκων της προβάλλεται στον δημόσιο χώρο με τα μνημεία αυτά και αναπαρίσταται από την επίσημη αντίληψη για το παρελθόν (Δαλκαβούκης&Τσέκου,2015,119). Επιλέγω να αναφερθώ σε αυτό που προηγείται χρονικά ,αυτό του 1930. Το συγκεκριμένο μνημείο πεσόντων, εξαιτίας της ανάγκης των προσφύγων για κοινή αναφορά στο παρελθόν τους, μετά την εγκατάστασή τους στα τέλη της δεκαετίας του 1920,έχει ήδη μεταφερθεί από την αρχική του θέση, σε ένα πιο κεντρικό σημείο της πόλης. Αυτό το μνημείο αντανακλά με τα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν (ιστορικές αναφορές, επιγραφές, τεχνοτροπία) την αντίληψη για την ενίσχυση της διαχρονικότητας του ελληνικού έθνους (αρχαία, βυζαντινή, νεώτερη ιστορική περίοδο)(Δαλκαβούκης &Τσέκου,2015,122).

  Αυτή η ανεξήγητη για τους κατοίκους της πόλης εκδοχή του, εξυπηρετεί την επίσημη κρατική ρητορική περί έθνους , με αναφορά στο 1821 , την στιγμή που το 1922 απουσιάζει εντελώς θάβοντας οριστικά το θέμα “των αλύτρωτων αδερφών” σε μια περιοχή που το παρελθόν της το απαιτεί (Δαλκαβούκη &Τσέκου,2015,120).Με αυτόν τρόπο επιχειρείται η διαχείριση του παρόντος από μέρους της κρατικής εξουσίας. Το παρελθόν χρησιμοποιείται για την αίσθηση της ασφάλειας και της εθνικής ομογένειας στην περιοχή με κυρίαρχη την απουσία της μουσουλμανικής μειονότητας από την όλη αφήγηση. (Δαλκαβούκης &Τσέκου,2015,123) .

  Εξαιρουμένης της αρχικής μεταφοράς του μνημείου, σημειώθηκαν αλλαγές και προσθήκες στο μνημείο μετά τον πόλεμο του 1940 ,όπως τα ονόματα των νεκρών στρατιωτών στα χρόνια του Β Παγκοσμίου πολέμου, ενώ πλέον δεν αναγράφεται η χρονολογία 1922, αλλά ąπάβ (Δαλκαβούκης &  Τσέκου,2015,123). Στον κατάλογο των ονομάτων των πεσόντων υπάρχουν και μουσουλμανικά ονόματα σε ένα πλαίσιο κλίματος συνεργασίας της χώρας μας με την Τουρκία μέχρι και τα Σεπτεμβριανά του 1955(Δαλκαβούκης&Τσέκου,2015,125).Το 1922 δείχνει να ξεχάστηκε και η συμμετοχή των μουσουλμάνων στρατιωτών στον Β΄ΠΠ, δείχνει την προσήλωση τους στο ελληνικό κράτος (Δαλκαβούκης & Τσέκου, 2015,125-126). Αυτό το κλίμα επιτεύχθηκε την περίοδο της ένταξης στο ΝΑΤΟ και των δύο χωρών το 1949, (Δαλκαβούκης & Τσέκου,2015,126) την ίδια στιγμή που η μειονότητα συνέχιζε να υφίσταται διακρίσεις μέχρι και την δεκαετία του 1990.

   Επιλογικά , οι αποσιωπήσεις ή χρήσεις του παρελθόντος από την κρατική εξουσία γίνονται εμφανείς στην περίπτωση του μνημείου πεσόντων της πόλης της Κομοτηνής και αντανακλώνται σε ένα ευρύ πεδίο εφαρμογών σε πολλές εκφάνσεις της ιστορίας επιδιώκοντας ακόμα την ιστορική λήθη ή ακόμη και την σιωπή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 Δαλκαβούκης ,Β.- Τσέκου ,Κ. (2015). Χτίζοντας τη δημόσια ιστορία στον χώρο: Η περίπτωση των μνημείων της Κομοτηνής στο Η Δημόσια Ιστορία στην Ελλάδα. Χρήσεις και Καταχρήσεις, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο,σ.115-131.

 Δρουμπούκη ,Α.Μ.(2014).Μμηνεία της Λήθης. Ίχνη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Αθήνα:Πόλις, σ.215-222.

Καραμανωλάκης, Β. (2014). Υπάρχουν σελίδες της Ιστορίας που δεν θέλει κανείς να τις διαβάσει. Φάκελοι,το ανεπιθύμητο παρελθόν και οι ιστορικοί στο Η Ελλάδα της Νεωτερικότητας. Κοινωνικές κρίσεις και ιδεολογικά διλήμματα (19ος-20ος αιώνας),Τιμητικός τόμος για την Ρένα Σταυρίδη -Πατρικίου,Αθήνα:Παπαζήση, σ.223-242.

Κουλούρη Χρ.(2016), “Ιστορία και Πολιτική: Οι μαίανδροι μιας αμφίσημης σχέσης” στο Α.Ι. Μεταξά, Πολιτική Επιστήμη: διακλαδική και κριτική προσέγγιση της πολιτικής πράξης, τομ.IX:Πολιτική Μεθοδολογία, Αθήνα:Σακκούλας, σ. 119-134.

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 22 Αυγούστου 2020

Εθνικό αφήγημα στην ελληνική ιστοριογραφία

   Η ελληνική εθνική ιστοριογραφία στη προσπάθειά της  να κατασκευάσει ένα δικό της εθνικό αφήγημα που θα την εξυπηρετούσε στη διεκδίκηση του γεωπολιτικού  προσδιορισμού της , έθεσε το ζήτημα της ιστορικής  της συνέχειας που προϋπόθετε τη συνεχή παρουσία του έθνους της ως  φυσική εξέλιξη των αρχαίων ελλήνων και του πολιτισμού τους.

Η ένταξή  ,όμως,  της ιστορίας  των αρχαίων Μακεδόνων και της Βυζαντινής περιόδου των μεσαιωνικών κυρίως χρόνων σ’ αυτήν , μαζί με την πολύχρονη υποταγή των Ελλήνων σε άλλα έθνη, δημιούργησε κενά σ’ αυτή τη συνέχεια που θα παγίωνε το εθνικό αφήγημα και την αδιάλειπτη συνέχεια του έθνους. Μια ενοποίηση του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου με γλωσσικά και θρησκευτικά κριτήρια θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός ενιαίου πολιτισμού. Η ελληνικότητα του Βυζαντίου ήταν απαιτητή για την συμπερίληψη του στην ελληνική εθνική ιστορία. Άλλωστε το ελληνικό έθνος όφειλε να αντλήσει πρότυπα τόσο από τους Μακεδόνες όσο κι από τους Βυζαντινούς για να θεωρηθεί ότι δέσποζε  στο γεωπολιτικό χώρο της Ανατολής.

 Η συνεισφορά εξάλλου του κάθε έθνους στην πρόοδο της ανθρωπότητας συνιστά αρχικά επιβεβαίωση της ιστορικής του ύπαρξης. Η πολιτική της Μ. Ιδέας αποτέλεσε μια προέκταση όλου αυτού. Το τελικό  κίνητρο σε κάθε περίπτωση για την ιστορική συνέχεια  υπήρξε γεωπολιτικό. Η αδιάλειπτη συνέχεια ενός έθνους  δίνει αδιαμφισβήτητο ρόλο στην ύπαρξη του και στην συνέχιση της προσφοράς  του στο σύνολο της ανθρω

Προκλήσεις στην ιστοριογραφία

 Ο 19Ος αιώνας για την ιστορία της ιστοριογραφίας χαρακτηρίζεται από την ανάδειξη εθνικών ιστοριογραφιών, καθώς και από την κρίση του γερμανικού ιστορικισμού. Η αγγλική και η γαλλική ιστοριογραφία  το πιστοποιούν μέσα από μια σειρά κοινωνικοπολιτικές προκλήσεις με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες στην προσπάθεια τους να προσδιοριστούν εθνικά.

Ξεκινώντας  από το παράδειγμα της βρετανικής ιστοριογραφίας ,αρκεί κανείς να επισημάνει την αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός αφηγήματος εθνικά προσδιορισμένου που στηρίζεται σε μια φιλελεύθερη ιδεολογία και στις αρχές της, όσο και στη νομιμοποίηση της αγγλικής επικυριαρχίας  στη Σκωτία και στην Ιρλανδία. Τα όλο εγχείρημα τίθεται κάτω από την φιλελεύθερου τύπου ιδεολογία που ακούει στο όνομα whig και απογειώνει την βρετανική ιστοριογραφία με την ένταξή της στις σύγχρονες μορφές φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η προσέγγιση της διανόησης των Σκωτσέζων από τους Βρετανούς και η ταύτιση της με το βρετανικό πρότυπο που τελικά τους αφομοιώνει ,παρουσιάζει την τακτική των βρετανών να εντάξουν στην εθνική τους ιστορία το μερίδιο συμβολής της Σκωτίας στη θεμελίωση του πνευματικού τους πολιτισμού. Η ίδια προσπάθεια καταβάλλεται και στην περίπτωση της Ιρλανδίας παρόλες τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις μαζί της  εξαιτίας του αντίπαλου δέους του καθολικισμού που οδηγεί σε διαρκείς κοινωνικές ,ιδεολογικές και πολιτικές εντάσεις. Η αναγκαιότητα ύπαρξης  ενός ενιαίου εθνικού αφηγήματος της Βρετανίας που θα αφορά την ιστορία των νησιών της και της ίδιας μέσα από την αμοιβαία κατανόηση των παραδόσεων τους συμβαδίζει παράλληλα με την πρόκληση της αποαποικιοποίησης του κόσμου από τους Βρετανούς ιδιαίτερα ύστερα από την αδιάφορη στάση τους για τον πολιτισμό των ιθαγενών. Είναι αδιανόητο βέβαια να μην συνυπολογιστεί  στην όλη παραγωγή του βρετανικού εθνικού αφηγήματος  και η αναφορά στον ρόλο του κοινοβουλίου και στην ύπαρξη μια κοινωνικής διάστασης  νομικών ρυθμίσεων. Υπό αυτή την λογική , οι κοινωνικές και πολιτικές αξίες  δημιουργούν την εθνική υπόσταση μαζί με το φόβο αλλοίωσης των αγγλικών αξιών.

Κι αν η βρετανική ιστοριογραφία θεμελιώνει τον εθνικό της χαρακτήρα με αυτόν τον τρόπο που προαναφέρθηκε, η γαλλική ιστοριογραφία διαμορφώνεται μέσα από μια διαφορετική κοινωνικοπολιτική αναγκαιότητα. Το εθνικό αφήγημα των Γάλλων προσπαθεί να αξιοποιήσει τα χαρακτηριστικά της Γαλλικής Επανάστασης και των παρεπόμενων της με τη συνδρομή της νεαναδεικνυόμενης αστικής τάξης στο γαλλικό πολιτισμό. Οι συγκρουσιακές καταστάσεις των κοινωνικών τάξεων για τη νομιμοποίηση του αστικού κράτους βοήθησαν στη δημιουργία ενός κράτους που με την ομοιογένειά του θα διασφαλίσει συνθήκες ειρηνικής διαβίωσης. Το πολίτευμα που ακολουθεί την Ιουλιανή επανάσταση στηρίζοντας τα ατομικά δικαιώματα, θεωρείται  μέσο για την ενιαία συγκρότηση της διαμελισμένης γαλλικής κοινωνίας. Η θεμελίωση μιας τέτοιας κρατικής μορφής γίνεται με αξίες που επιβεβαιώνουν το αίσθημα της ενιαίας εθνικής ταυτότητας. Ο ρομαντικός ιστορισμός παρουσιάζει τη συνταγματική μοναρχία  ως νίκη της λογικής και τρόπο επίλυσης των ταξικών συγκρούσεων αποποιούμενος όμως το παρελθόν  σε αντίθεση με τους αριστερούς επικριτές του που το θεωρούν απαραίτητο .

Τέλος, η παραγωγή εθνικών αφηγημάτων στη Βρετανία και την Γαλλία ως απάντηση στις κοινωνικοπολιτικες προκλήσεις της εποχής  οδήγησαν , όπως και σε άλλες περιπτώσεις , στην καταγραφή της εθνικής τους ιστοριογραφίας.

Σταθμοί Ιστοριογραφίας

 Μέσα στα πλαίσια της ιστορίας της Ιστοριογραφίας ως βασικού κλάδου της ιστορικής επιστήμης καταγράφονται ως αξιοσημείωτοι σταθμοί της εξέλιξης της που την ανάδειξαν.

Γυρνώντας , λοιπόν, στις απαρχές της δεν μπορεί να μην επισημανθεί η συμβολή του Θουκυδίδη ως προς αυτήν την εξέλιξη ως του πρώτου μελετητή ερευνητή της ο οποίος πρώτος ανέδειξε σ αυτήν την μεταβλητότητα της και την προσπάθεια τεκμηρίωσής της.

Χωρίς να υποτιμούνται οι ενδιάμεσοι σταθμοί της εξέλιξης αυτής που αναδεικνύονται με την όποια συμβολή τους  πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης ,κρίνεται σημαντική η επισήμανση  μιας προσωπικότητας της Ανατολής ανάλογου διαμετρήματος. Ο λόγος για τον Ι Χαλντούν το έργο του οποίου κρίνεται από μελετητές  ως τμήμα σημαντικό του συνόλου της ιστορικής παραγωγής της ανθρωπότητας. Αυτό το έργο χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα στοχευόμενο προς την κοινωνικοπολιτική μορφή οργάνωσης.

Θεωρητικά ,όμως, αλλά και ουσιαστικά ο θρίαμβος της ιστορίας εντοπίζεται το 18ο και κυρίως το 19ο αιώνα με την εμφάνιση κυρίως του ρεύματος του ιστορισμού. Αν και ως χρυσή εποχή θεωρήθηκε  η εικοσαετία 1550-1570 που με φανερές μακιαβελικές επιδράσεις ο Πολύβιος ανέθεσε στην πολιτική το ρόλο της διατήρησης της κοινωνίας ως εξελίξιμης μορφής της ιστορίας, η ιστορία της φιλοσοφίας θεωρείται  magistra vitae στη χρονική περίοδο ανάμεσα στο Διαφωτισμό και την Αναγέννηση. Γεγονός που οφείλεται στην πρόοδο και την εξέλιξη της που δεν γίνεται πάντα επιτυχημένα. Μεσολαβώντας , λοιπόν ,η ιστορία της σωτηρίας των χριστιανών ιστορικών θα πετύχει να συνδυάσει τον ορθολογισμό με τη ηθικότητα μέσα από τη διεισδυτική ματιά του Βίκο.

Στα χρονικά όρια όμως του ιστορισμού , η ιστορία γίνεται ανεξάρτητο ακαδημαϊκό αντικείμενο εστιάζοντας στην έρευνα των συμβάντων και σε μια εξήγηση αυτών σε σχέση με αυτό που έγινε. Η υπερβολική χρήση όμως των λογικών διεργασιών  κρίνεται αρνητικά. Ωστόσο, το ρεύμα αυτό σημάδεψε όλες τις σχολές σκέψης χωρίς να εκλείπουν και οι ρομαντισμοί των Διαφωτιστών. Ο γερμανικός ιστορισμός απογειώνεται με τους οπαδούς της Πρωσικής σχολής Humboldt και  Range.

Ο τελευταίος διακρίθηκε για την αυστηρή μεθοδολογία του , την αποκήρυξη των ρομαντικών αντιλήψεων και των αναχρονισμών δίνοντας βαρύτητα στην πολιτική , διπλωματική και στρατιωτική ιστορία. Με την αυστηρή συνέπεια του στη χρονολόγηση και στην πρόοδο του πνευματικού πολιτισμού απαξίωσε την θεωρία των εθνικών ιστορικών.

 Σ αυτό το σημείο θα συναντηθεί με τον οπτισμό του Ντρόυζεν. Μέσα στην εφαρμογή της   θεωρητικής του σκέψης απογειώνεται το Πρωσικό κράτος . Στις αρχές του 20ου αι. ακολούθησε η κριτική του ιστορικισμού, κυρίως ως κριτική του ιδεαλισμού αλλά και της ιδέας της προόδου. Βασικές μορφές αυτής της κριτικής υπήρξαν ο Μαξ Βέμπερ και ο Dilthey. Η ιστορία τώρα μοιράζεται μεθόδους και εργαλεία με άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες.

Ποια η σχέση μας με την ιστορία;

 Μέσα στη γενικότερη εξέλιξη των επιστημών στις μέρες μας θα πρέπει να θεωρήσουμε δεδομένη κι αυτή της ιστορικής επιστήμης, ακόμη και στην περίπτωση που το μόνο δεδομένο για αυτήν είναι η πρόκληση των αλλαγών που την επηρεάζουν.

Ωστόσο, οι άνθρωποι σήμερα και κυρίως οι Έλληνες,  έχουν διαμορφώσει για την επιστήμη αυτή μια αντίληψη συντηρητισμού , παρωχημένη ,απαξιωμένη και σε πολλούς απωθητική.  Δεν μπορούν, όμως ,  να αντιληφθούν ότι η επαφή με το απώτερο ή εγγύτερο παρελθόν, όπως το βίωσαν αυτοί ή οι πρόγονοί τους είναι μια μορφή ιστορίας εξελίξιμη και δυναμική.

Η προφορική ιστορία, όπως την αντλούν από δικά τους πρόσωπα , οι συζητήσεις μ΄ όσα από αυτά είναι εν ζωή, κινούν το ενδιαφέρον τους. Οι κινηματογραφικές παραγωγές ιστορικού περιεχομένου ,που προκαλούν την ταύτιση των θεατών με τους συμμετέχοντες στην ιστορία, διεγείρουν  την ανάγκη για τη γνώση του παρελθόντος. Η ασυνείδητη, ίσως για τους περισσότερους συμμετοχή σ’ αυτό που ονομάζουμε παρόν, όπως αυτή βιώνεται  άμεσα και καθημερινά μέσα από τα ΜΜΕ και διαμορφώνεται από το διαδίκτυο, είναι ενδιαφέρουσα για τους Έλληνες παρά την άγνοια ότι  με την ενασχόληση αυτή συντελείται η ιστορία του παρόντος από τους ίδιους.

 Υπάρχει βέβαια και η αγάπη ορισμένων ανθρώπων για το παρελθόν που αφήνει την ίδια αίσθηση και ουσιαστικά προωθείται με τρόπο διαδραστικό με το παρελθόν σε κάθε μορφή τέχνης, όπως  στη ζωγραφική, στη γλυπτική ακόμα και στη λογοτεχνία. Η ίδια τακτική γίνεται αισθητή και σε ανθρώπους που αγωνιούν για τις καταβολές τους και την αναζήτηση αυτών την επιτυγχάνουν  μέσω ποικίλου υλικού που αναζητείται σε συλλόγους πολιτιστικά  και λαογραφικά σημασιοδοτημένους , με φωτογραφίες , αντικείμενα λαϊκού πολιτισμού, φορεσιές κα. Και με  μια κοινωνική ίσως  νοηματόδοτηση  των σύγχρονων δεδομένων  να τους δημιουργείται η ανάγκη να αντιμετωπίσουν αντίστοιχα καθοριστικούς  σταθμούς  του παρελθόντος , όπως το Ολοκαύτωμα ή τα μεταναστευτικά φαινόμενα.

 Ωστόσο, δεν παρατηρείται η ίδια προτίμηση και για την δεδομένη από τα σχολικά εγχειρίδια ιστορία, η οποία ενισχυόμενη από τις  –όχι σωστά προετοιμασμένες τις περισσότερες φορές- περιηγήσεις  σε ιστορικούς χώρους και επισκέψεις σε  μουσεία, προκαλεί ίσως  αποστροφή. Η στροφή προς τα μέσα της εποχής που την παράγουν θεωρείται απαραίτητη σε μια προσπάθεια να διαφοροποιηθεί από το παραδοσιακό και τετριμμένο.

Ολοκληρώνοντας θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ως ιστορία οι περισσότεροι Έλληνες  θεωρούν το παρελθόν  τους ,όπως διαμορφώθηκε και μεταβιβάστηκε σ΄ αυτούς από τα σχολικά εγχειρίδια. Η εξελίξιμη , όμως , εποχή μας , τους φέρνει με πολλά μέσα αντιμέτωπους με ένα παρελθόν που τους ελκύει και τους ωθεί να ασχοληθούν μαζί του και να συνειδητοποιήσουν ότι συνδιαμορφώνουν και αυτοί τη σύγχρονη πραγματικότητα με γεγονότα και πράξεις  που καθορίζουν και το βαθμό αλλαγής αυτής στην πάροδο του χρόνου.

Σκεφτείτε εάν εσείς προσωπικά ενδιαφέρεστε για το παρελθόν , γιατί συμβαίνει αυτό και με ποιον τρόπο αυτό το ενδιαφέρον εκδηλώνεται.


 

Παίρνοντας αφορμή από την άποψη του Ραφαέλ Σάμουελ ότι  «η ιστορία δεν είναι προνόμιο των ιστορικών , αλλά μια κοινωνική μορφή γνώσης», το ενδιαφέρον για αυτό το προνόμιο δεν φαντάζει καθόλου αδικαιολόγητο. Δεν θα χρειαστεί , ωστόσο, να καταφύγω σε άλλες αυθεντίες του είδους ή σε ρήσεις και αποφθέγματα που πηγάζουν από τη λαϊκή παράδοση και τον πολιτισμό μας για να το στηρίξω.

Το φιλοπερίεργο της ανθρώπινης φύσης  , να γνωρίσει το πριν για να εξηγήσει το μετά ,είναι ίσως  μια μόνο αρχή αυτού του ενδιαφέροντος. Η ένταξη μας στο χώρο και στο χρόνο προσδιορίζει τα χαρακτηριστικά μας. Αυτά που έδειξαν αντοχή στο χρόνο και τα παρατηρούμε ακόμη και σήμερα στην καθημερινότητά μας, μας έλκουν στο βαθμό που η αναζήτησή τους θα μας φέρει αντιμέτωπους με την ταυτότητά μας. Δεν είναι άγνωστη αυτή η τακτική πολλών να οργανώσουν το γενεαλογικό τους δέντρο αναζητώντας ακόμη και πολύ μακρινούς συγγενείς που τυχαίνει ή συμβαίνει να  έχουν την ίδια επωνυμία. Αυτό δεν γίνεται άλλωστε κατά την αναζήτηση των αναφορών της ζωής μας σε συζητήσεις με ανθρώπους των οποίων ο λόγος τους μας παραπέμπει στο ίδιο κοινό παρελθόν;

Ο θαυμασμός και το δέος για την επινοητικότητα των ανθρώπων μιας άλλης εποχής, για την εφευρετικότητα και τις καινοτομίες τους σε χρονικές στιγμές που ούτε τα τεχνολογικά μέσα δεν υπήρχαν ούτε η τεχνογνωσία ήταν επαρκής , είναι η αιτία για επιτόπια περιήγηση και διείσδυση στο παρελθόν.  Και όταν αυτή η περιήγηση ενισχύεται και  με δρώμενα της εποχής , τότε επιτυγχάνεται  και  η βίωση του παρελθόντος σε παροντική στιγμή . Αυτή η ανάγκη, για αναβίωση του παρελθόντος μαζί  με την επιθυμία για συνέχεια ,δεν ικανοποιείται  και στην ίδρυση λαογραφικών συλλόγων και σωματείων που επιδιώκουν τη συνέχεια της καταβολής τους στο παρόν και στο μέλλον , για να περάσει από γενιά σε γενιά το υλικό της παράδοσης τους και ο πνευματικός τους πολιτισμός , η συνεισφορά τους δηλαδή στους επόμενους; Μας  έλκει η ιστορία γιατί η θεμελίωσή της δικής μας παροντικής αρχής αποτελεί και τη συνέχειά μας.

Πόσες φορές οι άνθρωποι , από μικρή κυρίως ηλικία ή και αργότερα στην ενήλικη ζωή τους , δεν εκδήλωσαν  την επιθυμία να ζούσαν σε μια άλλη εποχή και πόσο κοντά σ’ αυτό θα τους έφερνε  μια χρονομηχάνη ; Η σύγχρονη τεχνολογία μας έφερε πολύ κοντά σε κάτι αντίστοιχο. Η εικονική αναπαράσταση μιας άλλης εποχής , μας συναρπάζει αλλά και μας κάνει να βιώνουμε την εποχή αυτή, το κλίμα και τα χαρακτηριστικά της. Τα κινούμενα σχέδια , τα νέα ψηφιακά παιχνίδια  , οι ψηφιακές συλλογές φωτογραφιών εποχής , τα μουσειακά εκθέματα, τα ντοκιμαντέρ ή δραματοποιήσεις αυτήν την ανθρώπινη ανάγκη δεν υλοποιούν , την ανάγκη για συμμετοχή και εμπλοκή στο τότε, με τα μάτια του τώρα;

Άραγε , ποιος δεν θα ενδιαφερόταν να ακολουθήσει την πορεία μια Εβραιοπούλας από την Ελλάδα στο Άουσβιτς μέσω ηλεκτρονικής και ψηφιακής χαρτογράφησης , βιώνοντας στη θέση της  την αποστροφή για φαινόμενα όπως η γενοκτονία και ο πόλεμος; Μήπως και σήμερα με τις μαζικές μεταναστεύσεις δεν δημιουργούνται σημεία αναφοράς και σύγκρισης , που προβληματίζουν και ενεργοποιούν το κοινό που τις παρακολουθεί;

Το ίδιο το Διαδικτύο ως χώρος ιδεών και έρευνας παρέχει κάθε είδους στοιχεία και τεκμήρια  όπως στατιστικούς  πίνακες  και δημοσιεύσεις  πορισμάτων ερευνών που απεικονίζουν την διαφοροποίηση ή την ομοιότητα με όσα συντελέστηκαν στο μακρινό ή στο κοντινό μας παρελθόν . Κυρίως στην κοντινή μας ιστορία  , που μας έλκει όλο και πιο πολύ , όσο και η ιδέα να ότι μπορούμε και εμείς να γίνουμε μέρος της.

Στην ψηφιακή εποχή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης της οποίας καταγράφουν πολυποίκιλες όψεις και αναφορές αυτού του ενδιαφέροντος , αλλάζουν τη σχέση της ιστορίας με το κοινό της . Αν η αναζήτηση προφορικών μαρτυριών για μια εποχή , ήταν μέχρι τώρα δύσκολη στο ερευνητικό της στάδιο, χάρη σ’ αυτά τα μέσα σήμερα κοινοποιούνται μαρτυρίες και αναπαράγονται συζητήσεις που βαθαίνουν το ενδιαφέρον και δημιουργούν  χώρο έκφρασης  πολλών  και ποικίλων οπτικών . Η αλήθεια μπορεί μα μην είναι μία και αυτό από μόνο του δημιουργεί ερωτήματα που ψάχνουν απαντήσεις για τις οποίες πλέον δεν χρειάζεται να είσαι ιστορικός , αφού στην ουσία γίνεσαι παραγωγός ιστορίας.

Η ιστορία δημιουργείται στην καθημερινότητά μας και είμαστε και εμείς  ακούσια ή και υποσυνείδητα  διαμορφωτές της. Με τις πράξεις μας στην καθημερινότητά μας παράγουμε πολιτισμό. Είναι γιατί το παρελθόν δίνει αυτό το προνόμιο , την παραγωγή κοινωνικής γνώσης ακόμη και από αυτούς που δεν είναι ειδικοί.