Η παρουσίαση των τρόπων με τους οποίους οι διάφορες συλλογικότητες προβάλλουν αντίδραση στην επίσημη μνήμη και την αμφισβητούν προκειμένου να αναδείξουν την δική τους οπτική για τα κοινά βιώματα τους μέσω των χωρικών αναπαραστάσεών τους, αποτελεί το αντικείμενο διαπραγμάτευσης της παρούσας εργασίας.
Η συνεχής ανάδειξη μνημονικών τόπων και συλλογικών αναπαραστάσεων του παρελθόντος σε αυτούς δεν είναι παρά η αντίδραση των συλλογικοτήτων στην μεθόδευση της αποσιώπησης και της λήθης η οποία κυριαρχεί για σημαντικά ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά βιώματα (Ματσούκη- Μπάδα,2008).Μία ιστορική περίοδος που ανταποκρίνεται σε αυτή την λογική αποτελεί η περίοδος της κατοχής και του εμφυλίου στην Ελλάδα. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο αστικός χώρος του Αγρινίου. Σύμφωνα με την Κ. Μπάδα οι εκτελέσεις και οι απαγχονισμοί των κατοίκων από τις κατοχικές δυνάμεις αποδόθηκαν ως αντίποινα της δράσης των ανταρτών του ΕΛΑΣ. Ωστόσο, αναφέρει η ιστορικός ότι προφορικές πηγές και μνήμες αποδίδουν τις εκτελέσεις στις ενέργειες των ταγμάτων ασφαλείας και των συνεργατών τους. Η δημόσια συλλογική αμνησία που επιβλήθηκε από τις τοπικές αρχές δεν συμβάδιζε με την μνήμη της κοινότητας η οποία για χρόνια αναζητούσε έναν τόπο μνήμης για να εκφραστεί η βιωμένη εμπειρία της. Μόνο στην δεκαετία του’ 80 ανεγέρθηκε ένα μνημείο για απότιση τιμής στους εκτελεσθέντες. Παράλληλα, και μετά την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, οι συγγενείς των απαγχονισμένων απαίτησαν ένα τόπο μνήμης και για αυτούς. Μόλις το 2004 αναγείρεται ένα τέτοιο μνημείο στην πόλη (Ματσούκη - Μπάδα, 2008).
Κι αν στην συγκεκριμένη περίπτωση οι συλλογικότητες ταυτίζονται με τους επιζήσαντες ή ομάδες διεκδικούν την ανάδειξη τους μέσα από την αναβίωση των κοινών βιωμάτων ,όπως για παράδειγμα οι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, οι φορείς της ιστορίας “από κάτω” είναι συνήθως οι ξεχασμένοι, οι εκπατρισμένοι, οι πρόσφυγες, οι εσωτερικοί μετανάστες ή οργανώσεις θυμάτων αγώνων και εκριζωμένοι από κάποιο πολιτικό καθεστώς (Δρουμπούκη,2014,64-65).Οι φορείς της ανεπίσημης μνήμης προσπαθούν να παρουσιάσουν μια εναλλακτική θεώρηση της μνήμης της κοινότητας. Ζωντανεύουν την μνήμη ή καλύτερα επαναπροσδιορίζουν με έναν αντισυμβατικό τρόπο την ανάδειξή της. Ανατρέπουν την παραδοσιακή αντίληψη σωματοποιώντας το χώρο αναφοράς τους με δρώμενα και εναλλακτικές δράσεις. Χορογραφίες που αναδιατάσσουν τον χώρο με εκδηλώσεις, πορείες διάσχισης συνόρων, εκδηλώσεις αλληλεγγύης , εργαστήρια μάθησης ή ιστορικοί περίπατοι, ακόμα και διεθνιστικές συναντήσεις, αποτελούν ακόμη μερικούς τρόπους έκφρασης της αντιμνήμης (Αθανασίου,2014,228-229˙234). Σύλλογοι και σωματεία ενώσεων προσπαθούν να συγκροτήσουν την ταυτότητά τους και να διατηρήσουν τις βιωμένες εμπειρίες με εκθέσεις και εκδηλώσεις αντίστοιχου περιεχομένου. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις του είδους αποτελεί το ολοκαύτωμα των Εβραίων των Ιωαννίνων (Μπάδα,2016,229-244) και οι ενέργειες του συλλόγου Εβραίων της Θεσσαλονίκης που επιδίωκαν να καταστήσουν σαφή την κοινότητα της μνήμης τους διεκδικώντας ως τόπο μνήμης τους την πλατεία Ελευθερίας της πόλης (Δρουμπούκη,2014,296).
Μια εξίσου εναλλακτική παρέμβαση στην επίσημη μνήμη αποτελεί και η δημιουργία των λεγόμενων ζωντανών μνημείων ή αλλιώς αντιμνημείων στην Γερμανία. Στην διδακτορική της διατριβή της Α.Μ. Δρουμπούκη παραπέμποντας στα λόγια του Τζ. Γιάνγκ καταγράφει ότι οι καλλιτέχνες τους δείχνουν να μην εμπιστεύονται τις παραδοσιακές αναπαραστάσεις εξαιτίας της προπαγανδιστικής πρακτικής των Ναζί και επιθυμούν να διαφοροποιηθούν από την τεχνική αυτή μέσω της δημιουργίας των αντιμνημείων. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί το αντιμνημείο του Munster στην Γερμανία που φιλοτεχνήθηκε για τους “εξαφανισμένους” Εβραίους. Η Α.Μ. Δρουμπούκη περιγράφει το μνημείο να αποτελείται από μαύρες πέτρες που θυμίζουν φέρετρα και αναφέρει ότι κατά καιρούς το μνημείο βανδαλίστηκε και μετά από πρόταση των οδηγών υψηλά ιστάμενων προσώπων καταστράφηκε το 1988. Παρόλα αυτά έμεινε στην συνείδηση των πολιτών και έτσι οκτώ μήνες αργότερα υπήρξε αίτημα της τοπικής κοινότητας στον ίδιο καλλιτέχνη να ξαναδημιουργηθεί και έτσι φιλοτεχνήθηκε εκ νέου(Δρουμπούκη,2014,66).
Με βεβαιότητα οι συλλογικότητες εφεύρουν συνεχώς τρόπους για να αισθητοποιήσουν την μνήμη τους και να ενδυναμώσουν την συλλογική τους κοινότητα. Υπάρχουν περιπτώσεις που οι προσπάθειες αυτές πλαισιώνονται από την επίσημη μνήμη, περιπτώσεις που λειτουργούν ενισχυτικά αυτής, αλλά και περιπτώσεις που έρχονται καθαρά σε ρήξη μαζί της. Σε κάθε περίπτωση οι μνημειακές αναπαραστάσεις τους λειτουργούν από την μια κατευναστικά στο εσωτερικό των συλλογικοτήτων που την επιδιώκουν εκφράζοντας μια νέα επαναπροσδιορίσιμη μορφή του παρελθόντος στην ευρύτερη κοινωνία και παρέχουν κίνητρα για την διατήρηση της συλλογικής μνήμης τους ενισχύοντας την αίσθηση πως οι ίδιοι συμμετέχουν στην διαμόρφωσή της.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Αθανασίου,Α.2010. «Το μαύρο στην πλατεία: Χαρτογραφώντας την απαγορευμένη μνήμη» της, στο Κώστας Γιαννακόπουλος, Γιάννης Γιαννιτσιώτης (επιμ.), Αμφισβητούμενοι χώροι στην πόλη. Χωρικές προσεγγίσεις του πολιτισμού, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα. (Αθανασίου,2010,)
Δρουμπούκη,Α.Μ.2014. Μνημεία της λήθης. Ίχνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, Πόλις, Αθήνα.
Δρουμπούκη,Α.Μ.2014.ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ Μνημονικοί τόποι και δημόσια ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα – μια συγκριτική προσέγγιση, Αθήνα στο: http://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/11930/3610_%CE%94%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B2%CE%AE.pdf. Ανακτήθηκε 22/11/2020
Ματσούκη Ε. -Μπάδα, Κ. 2008.Προσεγγίσεις στην υλική μνήμη και στους μνημονικούς τόπους στο Μνήμες και Λήθη του Ελληνικού Εμφυλίου πολέμου στο: http://users.uoi.gr/gramisar/prosopiko/bada/Mnimeia_Agalmata.pdf Ανακτήθηκε 22/11/2020
Μπάδα,Κ.2016. «Σιωπές και μνήμες της πόλης των Ιωαννίνων στη δεκαετία του 1940», στο Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν και άλλοι (επιμ.), Η μνήμη αφηγείται την πόλη. Προφορική ιστορία και μνήμη του αστικού χώρου, ΕΠΙ & εκδ. Πλέθρον, Αθήνα (Μπάδα,2016,)