ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Αυγούστου 2020

Προκλήσεις στην ιστοριογραφία

 Ο 19Ος αιώνας για την ιστορία της ιστοριογραφίας χαρακτηρίζεται από την ανάδειξη εθνικών ιστοριογραφιών, καθώς και από την κρίση του γερμανικού ιστορικισμού. Η αγγλική και η γαλλική ιστοριογραφία  το πιστοποιούν μέσα από μια σειρά κοινωνικοπολιτικές προκλήσεις με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωπες στην προσπάθεια τους να προσδιοριστούν εθνικά.

Ξεκινώντας  από το παράδειγμα της βρετανικής ιστοριογραφίας ,αρκεί κανείς να επισημάνει την αναγκαιότητα της δημιουργίας ενός αφηγήματος εθνικά προσδιορισμένου που στηρίζεται σε μια φιλελεύθερη ιδεολογία και στις αρχές της, όσο και στη νομιμοποίηση της αγγλικής επικυριαρχίας  στη Σκωτία και στην Ιρλανδία. Τα όλο εγχείρημα τίθεται κάτω από την φιλελεύθερου τύπου ιδεολογία που ακούει στο όνομα whig και απογειώνει την βρετανική ιστοριογραφία με την ένταξή της στις σύγχρονες μορφές φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Η προσέγγιση της διανόησης των Σκωτσέζων από τους Βρετανούς και η ταύτιση της με το βρετανικό πρότυπο που τελικά τους αφομοιώνει ,παρουσιάζει την τακτική των βρετανών να εντάξουν στην εθνική τους ιστορία το μερίδιο συμβολής της Σκωτίας στη θεμελίωση του πνευματικού τους πολιτισμού. Η ίδια προσπάθεια καταβάλλεται και στην περίπτωση της Ιρλανδίας παρόλες τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις μαζί της  εξαιτίας του αντίπαλου δέους του καθολικισμού που οδηγεί σε διαρκείς κοινωνικές ,ιδεολογικές και πολιτικές εντάσεις. Η αναγκαιότητα ύπαρξης  ενός ενιαίου εθνικού αφηγήματος της Βρετανίας που θα αφορά την ιστορία των νησιών της και της ίδιας μέσα από την αμοιβαία κατανόηση των παραδόσεων τους συμβαδίζει παράλληλα με την πρόκληση της αποαποικιοποίησης του κόσμου από τους Βρετανούς ιδιαίτερα ύστερα από την αδιάφορη στάση τους για τον πολιτισμό των ιθαγενών. Είναι αδιανόητο βέβαια να μην συνυπολογιστεί  στην όλη παραγωγή του βρετανικού εθνικού αφηγήματος  και η αναφορά στον ρόλο του κοινοβουλίου και στην ύπαρξη μια κοινωνικής διάστασης  νομικών ρυθμίσεων. Υπό αυτή την λογική , οι κοινωνικές και πολιτικές αξίες  δημιουργούν την εθνική υπόσταση μαζί με το φόβο αλλοίωσης των αγγλικών αξιών.

Κι αν η βρετανική ιστοριογραφία θεμελιώνει τον εθνικό της χαρακτήρα με αυτόν τον τρόπο που προαναφέρθηκε, η γαλλική ιστοριογραφία διαμορφώνεται μέσα από μια διαφορετική κοινωνικοπολιτική αναγκαιότητα. Το εθνικό αφήγημα των Γάλλων προσπαθεί να αξιοποιήσει τα χαρακτηριστικά της Γαλλικής Επανάστασης και των παρεπόμενων της με τη συνδρομή της νεαναδεικνυόμενης αστικής τάξης στο γαλλικό πολιτισμό. Οι συγκρουσιακές καταστάσεις των κοινωνικών τάξεων για τη νομιμοποίηση του αστικού κράτους βοήθησαν στη δημιουργία ενός κράτους που με την ομοιογένειά του θα διασφαλίσει συνθήκες ειρηνικής διαβίωσης. Το πολίτευμα που ακολουθεί την Ιουλιανή επανάσταση στηρίζοντας τα ατομικά δικαιώματα, θεωρείται  μέσο για την ενιαία συγκρότηση της διαμελισμένης γαλλικής κοινωνίας. Η θεμελίωση μιας τέτοιας κρατικής μορφής γίνεται με αξίες που επιβεβαιώνουν το αίσθημα της ενιαίας εθνικής ταυτότητας. Ο ρομαντικός ιστορισμός παρουσιάζει τη συνταγματική μοναρχία  ως νίκη της λογικής και τρόπο επίλυσης των ταξικών συγκρούσεων αποποιούμενος όμως το παρελθόν  σε αντίθεση με τους αριστερούς επικριτές του που το θεωρούν απαραίτητο .

Τέλος, η παραγωγή εθνικών αφηγημάτων στη Βρετανία και την Γαλλία ως απάντηση στις κοινωνικοπολιτικες προκλήσεις της εποχής  οδήγησαν , όπως και σε άλλες περιπτώσεις , στην καταγραφή της εθνικής τους ιστοριογραφίας.

Σταθμοί Ιστοριογραφίας

 Μέσα στα πλαίσια της ιστορίας της Ιστοριογραφίας ως βασικού κλάδου της ιστορικής επιστήμης καταγράφονται ως αξιοσημείωτοι σταθμοί της εξέλιξης της που την ανάδειξαν.

Γυρνώντας , λοιπόν, στις απαρχές της δεν μπορεί να μην επισημανθεί η συμβολή του Θουκυδίδη ως προς αυτήν την εξέλιξη ως του πρώτου μελετητή ερευνητή της ο οποίος πρώτος ανέδειξε σ αυτήν την μεταβλητότητα της και την προσπάθεια τεκμηρίωσής της.

Χωρίς να υποτιμούνται οι ενδιάμεσοι σταθμοί της εξέλιξης αυτής που αναδεικνύονται με την όποια συμβολή τους  πέρα από τα σύνορα της Ευρώπης ,κρίνεται σημαντική η επισήμανση  μιας προσωπικότητας της Ανατολής ανάλογου διαμετρήματος. Ο λόγος για τον Ι Χαλντούν το έργο του οποίου κρίνεται από μελετητές  ως τμήμα σημαντικό του συνόλου της ιστορικής παραγωγής της ανθρωπότητας. Αυτό το έργο χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερα στοχευόμενο προς την κοινωνικοπολιτική μορφή οργάνωσης.

Θεωρητικά ,όμως, αλλά και ουσιαστικά ο θρίαμβος της ιστορίας εντοπίζεται το 18ο και κυρίως το 19ο αιώνα με την εμφάνιση κυρίως του ρεύματος του ιστορισμού. Αν και ως χρυσή εποχή θεωρήθηκε  η εικοσαετία 1550-1570 που με φανερές μακιαβελικές επιδράσεις ο Πολύβιος ανέθεσε στην πολιτική το ρόλο της διατήρησης της κοινωνίας ως εξελίξιμης μορφής της ιστορίας, η ιστορία της φιλοσοφίας θεωρείται  magistra vitae στη χρονική περίοδο ανάμεσα στο Διαφωτισμό και την Αναγέννηση. Γεγονός που οφείλεται στην πρόοδο και την εξέλιξη της που δεν γίνεται πάντα επιτυχημένα. Μεσολαβώντας , λοιπόν ,η ιστορία της σωτηρίας των χριστιανών ιστορικών θα πετύχει να συνδυάσει τον ορθολογισμό με τη ηθικότητα μέσα από τη διεισδυτική ματιά του Βίκο.

Στα χρονικά όρια όμως του ιστορισμού , η ιστορία γίνεται ανεξάρτητο ακαδημαϊκό αντικείμενο εστιάζοντας στην έρευνα των συμβάντων και σε μια εξήγηση αυτών σε σχέση με αυτό που έγινε. Η υπερβολική χρήση όμως των λογικών διεργασιών  κρίνεται αρνητικά. Ωστόσο, το ρεύμα αυτό σημάδεψε όλες τις σχολές σκέψης χωρίς να εκλείπουν και οι ρομαντισμοί των Διαφωτιστών. Ο γερμανικός ιστορισμός απογειώνεται με τους οπαδούς της Πρωσικής σχολής Humboldt και  Range.

Ο τελευταίος διακρίθηκε για την αυστηρή μεθοδολογία του , την αποκήρυξη των ρομαντικών αντιλήψεων και των αναχρονισμών δίνοντας βαρύτητα στην πολιτική , διπλωματική και στρατιωτική ιστορία. Με την αυστηρή συνέπεια του στη χρονολόγηση και στην πρόοδο του πνευματικού πολιτισμού απαξίωσε την θεωρία των εθνικών ιστορικών.

 Σ αυτό το σημείο θα συναντηθεί με τον οπτισμό του Ντρόυζεν. Μέσα στην εφαρμογή της   θεωρητικής του σκέψης απογειώνεται το Πρωσικό κράτος . Στις αρχές του 20ου αι. ακολούθησε η κριτική του ιστορικισμού, κυρίως ως κριτική του ιδεαλισμού αλλά και της ιδέας της προόδου. Βασικές μορφές αυτής της κριτικής υπήρξαν ο Μαξ Βέμπερ και ο Dilthey. Η ιστορία τώρα μοιράζεται μεθόδους και εργαλεία με άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες.