Έργο των ιστορικών είναι να θέτουν ερωτήματα στις πηγές τους και με την τεχνογνωσία τους να διαπιστώνουν και να διασφαλίζουν την αξιοπιστία και την εγκυρότητά τους. Ο ερευνητής της προφορικής ιστορίας έχει να αντιμετωπίσει και άλλα ιδιόμορφα ζητήματα που προκύπτουν από την ερευνητική διαδικασία των προφορικών τεκμηρίων σε σχέση με τις γραπτές πηγές .
Ενισχυτικά όλων αυτών των δυσχερειών λειτουργεί και η χρονοβόρα διαδικασία της ακρόασης ,καθώς είναι αναμενόμενο ότι υπάρχουν στοιχεία που μπορεί να αναιρεθούν ή να αφαιρεθούν , ενώ αυτό πολύ δύσκολα συμβαίνει με τα γραπτά τεκμήρια (Τhompson 2008,165). Αν προσθέσει κανείς στο όλο εγχείρημα και τη δυναμική που δίνει σε μια συνέντευξη και η σωστή μαγνητοφώνηση (χάρη στην ακρίβεια που προσφέρει, ιδιαίτερα όταν έχει ήδη πραγματοποιηθεί η πρωταρχική εγγραφή(Τhompson 2008,166)) , δεν πρέπει να παραμεληθεί και η σημασία του πλαισίου αναφοράς των τεκμηρίων μιας συνέντευξης (Τhompson 2008,168). Στην αντιμετώπιση της ιδιομορφίας των προφορικών τεκμηρίων πρέπει να ενταχθεί και η δυσκολία που επιφέρει ο αναδρομικός χαρακτήρας των συνεντεύξεων , οι πληροφορίες των οποίων μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο διαστρεβλωμένες (Τhompson 2008,168). Υπεύθυνη για τυχόν ανακρίβειες πολλές φορές είναι η ηλικία του πληροφορητή (αυτό δεν συναντάται στα γραπτά κριτήρια)﮲ αν και αυτή η περίπτωση έχει αποδεχτεί ότι δεν υφίσταται.
Και ίσως σε αυτό το σημείο εγκύπτει και η σχέση των προφορικών τεκμηρίων με τη μνήμη, καθώς όπως λέγεται η μνήμη δεν είναι πάντα αξιόπιστη (Abrams 2014,113) και τις περισσότερες φορές πρόκειται για διαμοιρασμένη μνήμη με την κοινότητα του περιβάλλοντος του πληροφορητή (Μπάδα2013,547 ﮲Ρεπούση 2010,15). Απαιτείται, λοιπόν, η μνήμη του αφηγητή να καθορίζεται από αυτό που ονομάζεται ειλικρίνεια της παρατήρησης , κάτι που δεν συναντάται κατά την επεξεργασία των γραπτών τεκμηρίων (Abrams 2014,116). Η δεξιότητα του ερευνητή να εκμαιεύει τις προφορικές μαρτυρίες που βασίζονται στη μνήμη του αφηγητή, θεωρείται θεμελιώδη προϋπόθεση για την κατανόησή τους και την ερμηνεία τους.(Abrams 2014,118).Ο ερευνητής , λοιπόν , της προφορικής ιστορίας οφείλει να διευκολύνει τη μνήμη του συντευξιαζόμενου, να του προκαλέσει την ενθύμηση και να ανανοηματοδοτήσει τα πλαίσια αναφοράς των τεκμηρίων αυτών αντιμετωπίζοντας πάντα και το ενδεχόμενο κάποιες πληροφορίες να ανακτώνται εύκολα , ενώ κάποιες άλλες όχι (Abrams 2014,118). Δεν είναι , επιπλέον, απίθανο να αντιμετωπίσει και την λανθασμένη ενθύμηση που μπορεί να οφείλεται σε λόγους κύρους ή επίδειξης του πληροφορητή, αφού μέσω αυτής γίνεται προβολή του παρελθόντος στο παρόν (Abrams 2014,123). Η μνήμη πολλάκις καταγράφεται λανθασμένα και για λόγους περηφάνιας (Abrams 2014,125).
Ο ερευνητής της προφορικής ιστορίας εκτός των άλλων μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος και με την απροθυμία του αφηγητή (Thompson 2008,176) ,και εξαιτίας του γεγονότος ότι η συνέντευξη ως κοινωνική σχέση έχει επίπτωση στο υλικό που καταγράφεται , κρίνεται οπωσδήποτε αναγκαία η διεργασία προκαθορισμένης σειράς ερωτήσεων από αυτόν, αφού η ευάλωτη φύση του ερωτηματολογίου το επιβάλλει (Thompson 2008,179 ﮲Ρεπούση2010,12). Εξίσου αξιοσημείωτος, για όποιον κατέχει καλά την δεξιότητα και την εμπειρία αυτού του είδους του ερευνητή, είναι και ο σεβασμός απέναντι στον συνεντευξιαζόμενο ο οποίος μπορεί να έχει ποικιλία αντιδράσεων που μερικές φορές μπορεί να προκύπτει από την παρουσία ή την απουσία άλλων προσώπων στην συνέντευξη. Για αυτό το λόγο και το δείγμα των πληροφορητών πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό για την ασφαλή εξαγωγή συμπερασμάτων (Thompson 2008,186).
Συνοψίζοντας τα προφορικά τεκμήρια είναι πιο χρήσιμα σε μερικές περιπτώσεις από τις γραπτές πηγές , άλλες φορές απλώς προσθέτουν πληροφορίες και άλλες φορές συμπληρώνουν τις ήδη υπάρχουσες (Thompson 2008,199﮲Ρεπούση 2010,11). Σε κάθε περίπτωση , όμως , οι βασικοί μηχανισμοί ελέγχου της αξιοπιστίας τους είναι ακριβώς ίδιοι , όπως και στις άλλες πηγές (Thompson 2008,195).
